ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Το νησί συγκεντρώνει, χάρη στα πλούσια χαρίσματά του, πλήθος επισκεπτών κάθε χρόνο. Ανάμεσα τους πολλά επιφανή πρόσωπα, συγγραφείς, ποιητές, καλλιτέχνες – και στα έργα τους έχουν αφιερώσει πλήθος σελίδες, όπου περιγράφουν τις αναμνήσεις τους από την παραμονή τους στο νησί, με τον πιο γλαφυρό τρόπο – κοινό στοιχείο σε όλους ο θαυμασμός, η αγάπη και η εντύπωση που τους προξένησε το νησί.

Μετά τον Στράβωνα και τον Παυσανία, στην αρχαιότητα, και μια σειρά ευρωπαίων περιηγητών (Chandler, αββάς Fourmon) κατά την τουρκοκρατία, στον αιώνα μας σταματάμε σε δύο ονόματα: Χένρι Μίλερ και Γιώργος Σεφέρης.

Χένρι Μίλερ

Ο διάσημος αμερικανός συγγραφέας, επισκέφθηκε τον Πόρο γύρω στο 1938, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στην Ελλάδα. Τις εντυπώσεις από το νησί περιγράφει στον «Κολοσσό του Μαρουσιού». Διαβάζουμε λοιπόν στον «Κολοσσό του Μαρουσιού»:

«(…) ήταν η θάλασσα, μα η ακτή ήταν εκεί, τα κατσίκια σκαρφάλωναν στα μονοπάτια, βλέπαμε το λεμονοδάσος και αυτή η τρέλα που’ναι μέσα στην ευωδία του μας κυρίευε, μας συγκέντρωνε, ένωνε πολύ σφιχτά τον έναν με τον άλλον, σε μια φρενίτιδα αυτοεγκατάλειψης.

Εν ξέρω τι με συγκίνησε πιότερο, οι λεμονιές που’ταν αντίκρυ μας, για τη θέα του ίδιου του Πόρου, σαν ξάφνου κατάλαβα πως πλέαμε ανάμεσα στους δρόμους του. Αν είναι ένα όνειρο που αγαπώ πιότερο από κάθε τι, είναι ν’αρμενίζω στην στεριά. Σαν φτάνεις στον Πόρο έχεις την αυταπάτη πως βλέπεις βαθύ όνειρο. Ξάφνου η γη σε ζώνει απ’όλες τις μεριές και το βαπόρι στριμώχνεται σ’ένα στενό πέρασμα που δείχνει να μην έχει τέλος. Οι Ποριώτες, άντρες και γυναίκες, σκύβουν στα παράθυρα, ίσια πάνω από το κεφάλι σου. Περνάς κάτω από τη μύτη τους. Οι σουλατσαδόροι στην προκυμαία περπατούν τόσο γρήγορα όσο και το βαπόρι, ίσως και πιο αργά, αν τους έρθει το κέφι.

Το νησί περιστρέφεται σε κυβιστικά πλάνα, ένα από τοίχους και παράθυρα, ένα από βράχια και κατσίκια, ένα από δέντρα και θάμνους τυραννισμένα από τον άνεμο και έτσι πάει συνέχεια. Παρακάτω, εκεί που η στεριά κάνει μια καμπύλη, βρίσκονται οι αγριολεμονιές και εδώ την άνοιξη νέοι και γέροι τρελαίνονται από το άρωμα των χυμών και των λουλουδιών τους.

Το μπάσιμο στον Πόρο είναι ένα λίκνισμα και ένα κυμάτισμα, αφήνεσαι να σε πηγαινοφέρνουν σαν έναν ακίνδυνο κουτεντέ ανάμεσα σε κατάρτια και δίχτυα, σε έναν κόσμο που ο ζωγράφος μόνο μπορεί να ξέρει (…). Σαν πλέεις μέσα στους δρόμους του Πόρου, χαίρεσαι σαν να ξαναγεννιέσαι. Χαίρεσαι πάρα πολύ βαθειά για να τη θυμάσαι (…).

Το βαπόρι, το πέρασμα, οι τοίχοι τριγύρω, το γλυκό τρεμούλιασμα του καραβιού, το ξεφάντωμα το φωτεινό, πράσινη, φιδίσια καμπύλη της όχθης, όλα αυτά τα γεμάτα πρόσωπα που σκύβουν στα παράθυρα πάνω από το κεφάλι σου, όλα αυτά, και η ζωντανή ανάσα της φιλίας, της συμπάθειας, σε τυλίγουν και μπαίνουν μέσα σου, ώσπου να εκραγείς σαν αστέρι και να σκορπίσει η καρδιά σου, ώσπου να σκορπίσει η καρδιά σου, να σκορπίσει σε χίλια κομμάτια (…).

Μυριάδες χρόνια μπορούν να περάσουν και εγώ μπορεί να έρχομαι και να ξανάρχομαι στον ένα ή στον άλλο πλανήτη, σαν άνθρωπος, σαν διάβολος, σαν αρχάγγελος (δεν σκοτίζομαι πώς, και με ποιο τρόπο και πού), αλλά τα ποδάρια μου ποτέ δεν θα εγκαταλείψουν αυτό το καράβι, τα μάτια μου δεν θα πάψουν να βλέπουν το νησί, οι φίλοι μου δεν θα χαθούν ποτέ. Αυτή ήταν η στιγμή που αντέχει, επιζεί στους παγκόσμιους πολέμους, γιατί ξεπερνά την ίδια τη ζωή της γης.

Αν ποτέ μου φτάσω στην απόλυτη τελείωση του Είναι, που διδάσκουν οι Βουδιστές, αν, ποτέ έχω να διαλέξω ανάμεσα στο να φτάσω τη Νιρβάνα ή να μείνω πίσω (…), θα πω αφήστε με να μείνω πίσω, άστε με να γυροφέρνω σαν καλοκάγαθο πνεύμα πάνω από τις στέγες του Πόρου και να βλέπω κάτω τον ταξιδιώτη μ’ένα χαμόγελο ειρήνης και αγαθότητας. Βλέπω μια ολόκληρη ανθρώπινη ράτσα να πασχίζει γυρεύοντας να μπει μέσα στον κόσμο τον φωτεινό και τον όμορφο. Ας μπορούσαν να έρθουν εδώ, να ξεμπαρκάρουν, να μείνουν εδώ και να ξαποστάσουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι».

Γιώργος Σεφέρης

Ο Γιώργος Σεφέρης , πέρασε πολλές μέρες των διακοπών του στον Πόρο, στη «βίλα Γαλήνη». Εκεί έγραψε μάλιστα σειρά ποιημάτων, μεταξύ των οποίων η περίφημη «Κίχλη». Τον Πόρο βέβαια τον συναντάμε και σε άλλα ποιήματα του ίδιου: «Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει».

Στο ημερολόγιο του Σεφέρη συναντούμε περίφημες περιγραφές του τοπίου του Πόρου, γεμάτες ευαισθησία, λυρισμό, αλλά και στοχαστική βαθύτητα:

Τρίτη, 13 Αυγούστου 1946

«Έχει κάτι από τη Βενετία: κανάλι, επικοινωνία ανάμεσα στα σπίτια με βάρκες, χλιδή, νωχέλεια, αισθησιακός πειρασμός (λεμονοδάσος κτλ.) – τόπος για διακεκριμένους διεθνείς ερωμένους. Υπάρχει κάτι από τον κλειστό χώρο εδώ, με πολλά μάγια βέβαια, κάτι από ένα λάκκο λαγνείας, με το φεγγάρι από πάνω, και όλη μέρα, με τον χαλκό της μουσικής του Προγυμναστήριου. Χτες βράδυ, ανεβαίνοντας να κοιμηθώ, στάθηκα μια στιγμή στο μπαλκόνι της κάμαρας μου κοιτάζοντας τις αντικρινές κορυφογραμμές».

Ακόμα, περιγραφές ανατολής του ηλίου, του φωτός, της θάλασσας, γεμάτη στοχασμούς πάντα.

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 1946

«Άνοιξα το παράθυρο – στο ανοιχτό πέλαγος, πέρα από το Προγυμναστήριο, ο δίσκος του ήλιου μεγάλος, δαγκωμένος ακόμα από τον ορίζοντα, είχε ένα χρώμα που δεν είδα ποτέ μου, το χρώμα του χυμού βατόμουρων, μια ιδέα πιο ανοιχτό. Η θάλασσα αχάραχτη, χωρίς ανάσα. Οι πευκοβελόνες ακίνητες σαν αγκάθια αχινών στο βάθος καθάριου νερού. Πάνω στη γραμμή του ορίζοντα ένα μαύρο καράβι σύρθηκε σιγά σιγά, όπως στο πανί του Καραγκιόζη, υπογράμμισε αυτό το καταπληκτικό στεφάνι και χάθηκε. Έπειτα τακούνια στα σανίδια της σκάλας, βαλίτσες, λέξεις, δάχτυλα – έφυγαν όλοι.

Βγήκα στη βεράντα κατά τη θάλασσα, ή ώρα ήταν πια 08:30, ο ήλιος ψηλά. Αδύνατο να ξεχωρίσεις το φως από τη σιωπή, τη σιωπή και το φως από τη γαλήνη. Κάποτε η ακοή άγγιζε έναν κρότο, μια μακρινή φωνή, ένα ψιλό τιτίβισμα. Όμως αυτά ήταν με κάποιο τρόπο κλεισμένα αλλού, όπως το χτύπημα της καρδιάς σου που ένιωθες μια στιγμή και έπειτα το ξεχνούσες. Η θάλασσα δεν είχε επιφάνεια, μόνο οι αντικρινοί λόφοι δεν τέλειωναν στη γραμμή της γης, αλλά τραβούσαν πέρα κάτω, ξαναρχίζοντας μια πιο θαμπή εικόνα της μορφής τους που έσβηνε απαλά στο βάθος ενός κενού. Αίσθημα πως υπάρχει μια άλλη πρόσοψη ζωής. (Γράφω δύσκολα προσπαθώντας να αποφύγω γενικές λέξεις, προσπαθώντας να περιγράψω αυτό το απερίγραπτο). Την επιφάνεια την καταλάβαινες κοιτάζοντας μακριά τα κουπιά, όταν βουτούσαν με μια στεγνή αναλαμπή, όπως σπάζει ένα τζάμι στον ήλιο, ή ακόμα – αργότερα – όταν πέρασε κάτω από το σπίτι μια βάρκα με ανεβασμένα και άδεια πανιά, καθρεφτισμένα απόλυτα μέσα στο νερό, σαν εικόνα σε τραπουλόχαρτο. Αίσθημα πως αν ανοίξει μια ελάχιστη χαραμάδα σ’αυτό το κλειστό όραμα, όλα μπορεί να αδειάσουν από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και να σ’αφήσουν γυμνό και μόνο, γυρεύοντας ελεημοσύνη, τραυλίζοντας λόγια χωρίς ακρίβεια…».

Το φως του Πόρου είναι κάτι που έχει εντυπωσιάσει βαθιά τον Σεφέρη. Χαρακτηριστικές είναι οι – διάσπαρτες – αναφορές όπως:

Τρίτη, 8 Οκτώβρη – Πρωί

«Μετά το κολύμπι: το φως είναι τέτοιο που σε απορροφά όπως το στουπόχαρτο το μελάνι – απορροφά την προσωπικότητα».

Δευτέρα, 2 Δεκέμβρη

«Φεύγω ακόμα με ορισμένες «ιδέες» για το φως. Είναι το σπουδαιότερο πράγμα που «ανακάλυψα» από τότε που μπήκε το καράβι του γυρισμού στα ελληνικά νερά (Ύδρα, Οκτώβρης ’44). Κάτι από αυτό εκφράζει «Ο Βασιλιάς της Ασίνης», κάτι και η «Κίχλη». Αλλά δεν ξέρω αν θα μπορέσω να το εκφράσω ποτέ μου αυτό το βασικό, καθώς αισθάνομαι, αυτό το θεμέλιο της ζωής. Ξέρω πως με το φως πρέπει να ζήσω. Παρακάτω δεν ξέρω – δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω».

Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι το φως επανέρχεται συνέχεια, ως βασικό θεματικό μοτίβο, στην «Κίχλη», το μεγάλο ποίημα του Σεφέρη που γράφτηκε στον Πόρο (η Κίχλη ήταν όνομα πλοίου, βουλιαγμένου στο λιμάνι του Πόρου).

Όμως στο ημερολόγιο έχουμε περιγραφές του νησιού και σε άλλες στιγμές.

Κυριακή, 13 Οκτώβρη

«Ψιλοβρέχει όλη μέρα σήμερα. Η χάρη αυτής της βροχούλας. Το κανάλι έχει πάρει τις πιο απαλές αποχρώσεις του γκρίζου προς το άσπρο – παλιός – καθρέφτης. Σύννεφα που καβαλικεύουν τα τριγύρω βουνά. Από το παράθυρο το ζωντανό άρωμα του πεύκου».

Όμως τα αποσπάσματα από τα ημερολόγια του Σεφέρη θα μπορούσαν να συνεχίζουν για πολύ. Για λόγους καθαρά χώρου σταματάμε εδώ. Κλείνουμε την αναφορά στον ποιητή με αποσπάσματα από την «Κίχλη». Το ποίημα έχει γραφτεί στον Πόρο, πράγμα όχι τυχαίο, όπως διαπιστώνει ο αναγνώστης.

Το ναυάγιο της «Κίχλης»

«Το ξύλο αυτό που δρόσιζε το μέτωπο μου τις ώρες που το μεσημέρι πύρωνε τις φλέβες σε ξένα χέρια θέλει ανθίσει.Παρ’το, σου το χαρίζω. Δες, είναι ξύλο λεμονιάς…». Άκουσα τη φωνή καθώς εκοίταζα στη θάλασσα να ξεχωρίσω ένα καράβι που το βούλιαξαν εδώ και χρόνια˙ το’λέγαν «Κίχλη»˙ ένα μικρό ναυάγιο, τα κατάρτια, σπασμένα, κυματίζανε λοξά στο βάθος, σαν πλοκάμια ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σκαρί του στόμα θαμπό κάποιου μεγάλου κήτους νεκρού σβησμένο στο νερό. Μεγάλη απλώνοντα γαλήνη. Το φως αγγελικό και μαύρο, φως, γέλιο των κυμάτων στις δημοσιές του πόντου, δακρυσμένο γέλιο, σε βλέπει ο γέροντας ικέτης πηγαίνοντας να δρασκελίσει τις αόρατες πλάκες καθρεφτισμένο στο αίμα του που γέννησε τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη. Αγγελική και μαύρη, μέρα˙ η γλυφή γέψη της γυναίκας που φαρμακώνει το φυλακισμένο βγαίνει απ’το κύμα δροσερό κλωνάρι στολισμένο στάλες. Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε…δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη˙ στόλισε τα μαλλιά σου με τ’ αγκάθια του ήλιου, σκοτεινή κοπέλα – η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε, ο τύραννος μέσα απ’τον άνθρωπο έχει φύγει, κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηίδες, Γραίες τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυόμενης˙ όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ’αγαπήσει, στο φως˙ και είσαι σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από πού να κοιτάξεις πρώτα, γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά και το τιτίβισμα των πουλιών θα αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά και νότο θ’ αδειάσουν τα μάτια σου απ’ το φως της μέρας πώς σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια».

(Πόρος, «Γαλήνη», 31 Οχτώβρη 1946).

 

Ιουλία Δραγούμη

Η συγγραφέας Ιουλία Δραγούμη, που περνούσε τις διακοπές της στο νησί στις αρχές του αιώνα, περιγράφει τις εντυπώσει της με ευαισθησία και λυρισμό στα βιβλία της «Ποριώτικες ιστορίες» και «Στο νησί του» απ’ όπου και το παρακάτω απόσπασμα:

«…Ο ήλιος είχε μόλις βασιλέψει και μαζί με το ηλιοβασίλεμα ο άνεμος είχε πέσει εντελώς και η θάλασσα ησύχασε. Ο ουρανός πίσω απ’ την κοιμωμένη είχε γίνει σμαραγδένιος και τριανταφυλλής, και τα γεράνια στις μεγάλες γλάστρες είχαν χάσει το ζωηρό τους κόκκινο χρώμα. Τ’ αντικρινά βουνά της Πελοποννήσου είχαν ένα γλυκό χρώμα βυσσινί στη θάλασσα, η αντανάκλαση των σπιτιών του Πόρου πήγαινε ως το βάθος με τρεμουλιαστές άσπρες γραμμές, και αλλού η αντανάκλαση ενός κυπαρισσιού μάκρυνε μαυροπράσινη και ατελείωτη…»

Τέλος, ο Peter Gray έχει εκδώσει στις Ηνωμένες Πολιτείες το έργο «Ποριώτες στο νησί τους».