ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ ΠΟΡΟΥ

Ο Πόρος (που πήρε το όνομά του από το στενό πέρασμα «πόρο» ανάμεσα στην πελοποννησιακή ακτή και τη δική του) είχε ανέκαθεν ένα δικό του νησιωτικό «χρώμα». Η μονόπλευρη ανάπτυξη του οικισμού δυτικά της κορυφογραμμής, κατάλοιπο της παλιάς αμυντικής δομής, έχει να παρουσιάσει πολλά ενδιαφέροντα αρχιτεκτονήματα. Πολλά από τα σπίτια του έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα, ενώ όσα επισκευάζονται, επισκευάζονται με βάση την παλιά «φυσιογνωμία» του. Πολυάριθμα ήταν και είναι τα κτήρια που διακρίνονται για την αρχιτεκτονική τους, αποτελώντας δείγματα νεοκλασικής αρχιτεκτονικής: το κτίριο της Εθνικής Τράπεζας, η παλιά Αγορά που κατεδαφίστηκε, το κατάστημα του Γρίβα στον Αϊ- Γιώργη, το σπίτι του Καρρά, το Α’ Δημ. Σχολείο, η βίλλα «Γαλήνη» κ.α.
ΒΙΛΑ ΓΑΛΛΗΝΗ
Η Βίλλα «Γαλήνη», κτίριο του 1892, είναι ένα από τα πιο παραδοσιακά σπίτια του Πόρου. Εδώ έχουν φιλοξενηθεί διακεκριμένες προσωπικότητες της τέχνης και των γραμμάτων, όπως ο Γιώργος Σεφέρης το 1946 (όπου έγραψε και την Κίχλη) και ο Χένρι Μίλερ το 1939.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΚΗ ΑΙΘΟΥΣΑ
Η συνεδριακή αίθουσα του Δήμου Πόρου στεγάζεται σε ένα ιστορικά διατηρητέο μνημείο κατασκευασμένο σε σχέδια Ενέστου Τσίλλερ. Το νεοκλασικό κτίριο αναπαλαιώθηκε το 2002 με στοιχεία ιδιαίτερης αισθητικής και σήμερα φιλοξενεί σημαντικά συνέδρια του Δήμου και άλλων ιδιωτικών φορέων.

Πολλά άλλα οικοδομήματα έχουν, επίσης, ενδιαφέροντα στοιχεία να δείξουν. Μερικά από αυτά είναι- από Πούντα προς Προγυμναστήριο- των Καραδήμα. Κιζόνη, του Ν.Σαμπόνη, του Παγώνη, του Σπ. Βέττα, του Ν.Βατικιώτη, του Σαμπόνη, του Παπαγεωργίου, του Κοριζή (Μουσείο), του Κ. Σαραντόπουλου, του Μωρόπουλου, του Παπαοικονόμου, του Συξέρη, του Λιαμίδη, το ξενοδοχείο Μάνεση, του Κουλαρμάνη, του Σπύρου Δουζίνα, του Κ. Σαμπάνη και πολλών άλλων.

Αρχιτεκτονική εξέλιξη Πόρου

Η πρώτη περίοδος της τοπικής λαϊκής αρχιτεκτονικής που πιθανόν φθάνει έως το 1800 χαρακτηρίζεται από λιθόκτιστα κτίσματα:
Α) μικρών κατόψεων, επιμήκους ορθογωνικού σχήματος ή σχήματος Γ, προσαρμοσμένων στο έντονο ανάγλυφο του εδάφους. Έχουν στενή όψη επί του δρόμου και μεγάλο βάθος που ακολουθεί την κλίση του εδάφους, δίνοντας έναν όροφο στην πρόσοψη και δύο στο πίσω τμήμα, αν είναι στα κατάντι του δρόμου. Αν είναι στα ανάντι, φυσικά η διόρθωση του όγκου είναι αντίθετη.
Β) μεγαλυτέρων κατόψεων, ορθογωνικού σχήματος. Η διάσταση της όψης είναι μεγαλύτερη από το βάθος του. Είναι τα πλατυμέτωπα κτίσματα. Το ύψος τους και ο όγκος τους είναι μεγαλύτερα σε σύγκριση με τα προηγούμενα. Είναι έκφραση πλούτου (καπετανέικα).
Οι δύο αυτοί τύποι κτιρίων σε ελάχιστες περιπτώσεις έχουν καθαρούς όγκους, δηλαδή στο εμπρόσθιο και οπίσθιο τμήμα τους το ίδιο ύψος. Την περίοδο αυτή παρουσιάζονται ελάχιστες περιπτώσεις μικτών χρήσεων, δηλαδή επαγγελματική στέγη στο ισόγειο και κατοικία στον πρώτο όροφο. Τα μορφολογικά χαρακτηριστικά των στενομέτωπων και πλατυμέτωπων κτισμάτων είναι ίδια:
- μυστριωτοί σοβάδες
- ασυμμετρία των ανοιγμάτων στις όψεις
- ξύλινα κουφώματα
- πρόσωπο με τον εξωτερικό τοίχο
- εξωτερικά τζαμιλίκια,
- και εσωτερικά καρφωτά παντζούρια
-μπαλκόνια ξύλινα με σιδηρά ευθύγραμμα φουρούσια και ελαφρό μεταλλικό-προστατευτικό κιγκλίδωμα.

Στην δεύτερη περίοδο (1800-1830), ενώ οι κατόψεις παραμένουν βασικά οι ίδιες, με τις ίδιες αναλογίες, φαίνεται πως το ύψος των κατασκευών μεγαλώνει. Γίνονται πια αρκετές τριώροφες κατασκευές. Ο όγκος είναι επιβλητικός.

Ιδιαίτερα σημαντική για την αρχιτεκτονική φυσιογνωμία του Πόρου είναι η περίοδος μετά την Επανάσταση, και κυρίως μετά την εγκατάσταση του Κέντρου Ανεφοδιασμού και του Ναυστάθμου του εθνικού στόλου. Κύρια χαρακτηριστικά της πόλης του Πόρου κατά την περίοδο αυτή είναι η οργανική ανάπτυξη του πολεοδομικού ιστού και ο τρόπος με τον οποίο η ιεραρχία της κοινωνικοοικονομικής διάρθρωσης αντανακλάται στο χώρο, γεγονός που εκφράζεται με το δίπολο λαϊκής αρχιτεκτονικής-αρχοντικής κατοικίας (καπετανόσπιτα), όπου η πρώτη είναι πεδίο (φόντο) ανάδειξης της δεύτερης.

Η ανάπτυξη της νεοκλασικής πόλης

Το πρώτο σχέδιο για την κατασκευή των κρηπιδωμάτων σηματοδότησε μια νέα εποχή. Διαμορφώθηκε με επιχωματώσεις η ζώνη της παραλίας και άρχισε η ανάπτυξη της νεοκλασικής πόλης, που επεκτάθηκε κυρίως επί της παραλίας και διακρίνεται από τη διαφορετική μορφή του πολεοδομικού ιστού. Κύριο χαρακτηριστικό της είναι η χρήση ενός κατά το δυνατόν ορθοκανονικού σχεδιασμού και η παρουσία του νεοκλασικού στοιχείου. Το πρώτο ρυμοτομικό σχέδιο του 1900 εφαρμόστηκε στο σύνολο του οικισμού. Προέβλεπε εκτεταμένη ρυμοτόμηση με σκοπό τη διεύρυνση του υφιστάμενου οδικού δικτύου και τη διάνοιξη δρόμων κάθετων στη βραχώδη χερσόνησο του Καστελιού. Η κανονικότητα της χάραξης και οι συγκεκριμένες επιλογές ρυμοτόμησης οδήγησαν σταδιακά στην αλλοίωση της γραφικότητας και του χαρακτήρα του παλαιού πολεοδομικού ιστού.
Η πόλη του 19ου αιώνα και η σύγχρονη πόλη δεν παρουσιάζει μεγάλες διαφορές, χάρη στον βραχώδη χαρακτήρα του εδάφους. Οι πέτρινοι λευκοί όγκοι των σπιτιών με τις κεραμοσκεπές που κατηφορίζουν μέχρι τη θάλασσα ή σκαρφαλώνουν μέχρι τους πρόποδες των βράχων, με τα μνημεία και τα αγάλματα ηρώων, όπως του Καποδίστρια στο χώρο του πρώτου Κέντρου Ανεφοδιασμού του εθνικού στόλου (χώρος Γυμνασίου – Λυκείου Πόρου), των φιλελλήνων, των ναυάρχων κ.α.

ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ

Το Μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής, σε απόσταση 4.080 μέτρων από το κέντρο του Πόρου (Πλατεία Ηρώων), το οποίο χρονολογείται το 18ο αιώνα, είναι χτισμένο σε μία καταπράσινη πλαγιά και αποτελεί ένα μοναδικό δείγμα νησιωτικής μοναστηριακής αρχιτεκτονικής. Το όνομά του προέρχεται από τη μοναδική πηγή του νησιού, που κατά την παράδοση είναι γνωστή για τις θεραπευτικές της ιδιότητες. Ο ναός, η μαγευτική θέα, τα ψηλά και ισχυρά τείχη και το πολύτιμο ξυλόγλυπτο τέμπλο του που φιλοτεχνήθηκε στην Καππαδοκία της Μικράς Ασίας τον 17ο αιώνα, είναι μερικά από τα πολλά αξιοθέατά του. Η περιοχή του μοναστηριού είναι μια από τις τουριστικές περιοχές του νησιού. Η Μονή είναι κτισμένη σε ένα καταπράσινο, γεμάτο πεύκα λόφο, την «Κιάφα», σε απόσταση 500 μέτρων από την ακτή.
Η ακτή είναι αμμώδης και η θάλασσα καθαρή και γαλάζια. Υπάρχουν δύο – τρία ταβερνάκια στα οποία υπάρχει πάντα φρέσκο ψάρι.
Στο τέρμα της διαδρομής υπάρχει μια πηγή, η οποία χύνει αδιάκοπα το νερό της κάτω από τα μεγαλόπρεπα πεύκα και πλατάνια. Στη μαρμαρένια πρόσοψή της βλέπει κανείς επιγραφή στην οποία φαίνεται ότι αυτή κατασκευάστηκε με δαπάνη του Ζην.Χατζηλουκά, πατέρα του ναυάρχου Ι. Χατζηλουκά.
Απέναντι από την πηγή βρίσκεται κτισμένη η Μονή της Ζωοδόχου Πηγής. Στο κέντρο βρίσκεται η εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής και τριγύρω υψώνονται τα διώροφα κελιά. Μεταξύ της εκκλησίας και των κελιών υπάρχει ένα αρκετά ευρύχωρο και πλακόστρωτο προαύλιο. Το τέμπλο της εκκλησίας είναι σπουδαίο έργο τέχνης. Επίσης περίφημη είναι η εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής, που έχει ζωγραφίσει γύρω στα 1850 ο Ιταλός ζωγράφος Ραφαήλ Τσέκολι. Λέγεται ότι ο ζωγράφος αυτός ήρθε στο Μοναστήρι μαζί με την άρρωστη κόρη του, η οποία τελικά πέθανε και ετάφη στο προαύλιο της εκκλησίας. Ο τάφος της υπάρχει εκεί ακόμη μέχρι σήμερα. Τότε ο Τσέκολο ζωγράφισε την εικόνα της Θεοτόκου με την γλυκιά και όμορφη μορφή της αγαπημένης του κόρης.
Η Μονή αυτή της Καλαυρίας, είναι αντρική μονή και δημιουργήθηκε από τον Μητροπολίτη Αθηνών Ιάκωβο τον Β’ από το 1713 μέχρι και το 1734. Ο Μητροπολίτης Ιάκωβος έκανε το έργο αυτό γιατί έπασχε από λιθίαση και θεραπεύτηκε όταν ήπιε νερό από την πηγή που έτρεχε εκεί κοντά. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Παϊσιος ο Β’, που πατριάρχευσε από το 1726 μέχρι το 1733, εξέδωσε σιγίλιο, με το οποίο η Μονή αναγνωρίστηκε ως Σταυροπηγιακή (δηλαδή όταν χτίστηκε, θάφτηκε στα θεμέλιά της ένας Σταυρός, τον οποίο είχε στείλει ο Πατριάρχης) και, έτσι, η Μονή αυτή δεν υπαγόταν στον επίσκοπο της περιφέρειας, αλλά απ’ευθείας στον Πατριάρχη. Σήμερα η Μονή ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη της Ύδρας.
Στον πρόναο βρίσκονται οι τάφοι των ναυαρχών της επανάστασης του 1821 Μανώλη Τομπάζη και Νικολάου Αποστόλη. Επίσης στο προαύλιο υπάρχουν άλλοι τάφοι διαφόρων οικογενειών.

Στο ισόγειο του μοναστηριού διατηρούνται τα αρχικά κελιά και οι αρχικοί ειδικοί χώροι, και στον όροφο υπάρχουν τα μεταγενέστερα κελιά με τους χώρους της τραπεζαρίας και μαγειρείου. Ο ναός δεσπόζει στην όλη σύνθεση. Είναι τύπου σταυροειδούς με τρούλο, με πυργοειδές κωδωνοστάσιο στον άξονα της εισόδου του και πολύτιμο ξυλόγλυπτο παραδοσιακό τέμπλο. Οι λεπτομέρειες κατασκευής, ιδιαίτερα των αρχικών χώρων, είναι χαρακτηριστικές, σε αρμονία με την απλότητα του μοναστηριού.

Το όλο έργο είναι ένα όμορφο παράδειγμα νησιωτικής μοναστηριακής αρχιτεκτονικής. Τα δανεικά στοιχεία, αφομοιωμένα στο μεγαλύτερο μέρος τους, δεν επηρεάζουν το γενικό ύφος της σύνθεσης των κτιρίων.

Η εξωτερική μορφή είναι φρουριακή και έχει στο ισόγειο πολεμίστρες και παράθυρα, τα οποία κατασκευάστηκαν αργότερα, ενώ στον όροφο παράθυρα μεγάλων διαστάσεων. Σε αντίθεση με την εξωτερική εντύπωση, στο εσωτερικό της μονής επικρατεί η γαλήνη, η γραφικότητα και η απλότητα.

Η πύλη έχει μια βαριά, ξύλινη καρφωτή πόρτα, η οποία κλείνει με μεταλλικές ράβδους, που στερεώνονται πάνω σε εσωτερικές παραστάδες – εξωτερικά φέρει την εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής. Στην είσοδο της Μονής, το διαβατικό, που καλύπτεται με ημικυλινδρικό θόλο, υπάρχουν κτιστά καθίσματα για τους φτωχούς, οι οποίοι περίμεναν εκεί για τη διανομή φαγητού ή χρημάτων.

Δίπλα στο διαβατικό υπάρχει χώρος, κλεισμένος σήμερα με τοίχους. Εδώ διέμενε πιθανότατα θυρωρός ο οποίος υπήρχε σε όλες τις μονές, για να ελέγχει την είσοδο γενικά, όπως και την έξοδο των μοναχών, που επιτρεπόταν μόνο μετά από άδεια του ηγούμενου.

Σε θέση διαμετρικά αντίθετη από την πύλη υπήρχε η παραπυλίς. Σήμερα έχει κλειστεί με λιθοδομή. Πάνω στον τοίχο υπάρχει σταυρός, ο οποίος σχηματίστηκε κατά τη διάρκεια του κτισίματος του τοίχου.

Σ’αυτό το σημείο καταλήγει ο δρόμος για τη μονή, που ξεκινάει από τον όρμο. Μέσω της παραπυλίδας, πραγματοποιούνταν και η επικοινωνία της μονής με το νεκροταφείο, που βρίσκονταν δίπλα.

Η εξωτερική, προς την αυλή όψη της σειράς των κελιών είναι απλή. Οι πόρτες έχουν κατασκευαστεί γενικά με τοξωτά υπέρθυρα εξωτερικά και με ευθύγραμμα (υπέρθυρα) εσωτερικά και έχουν πολύ μικρό ύψος και πλάτος.

Τα παράθυρα είναι επίσης μικρά. Στο κάθε κελί αντιστοιχεί πόρτα, παράθυρο ή και πολεμίστρα προς την πλευρά της αυλής της Μονής, ενώ προς τον περιμετρικό τοίχο ( ο οποίος έχει πάχος μόνο 80 εκ. για λόγους οικονομίας χώρου) υπάρχουν μόνο πολεμίστρες – εδώ ιδιαίτερα συναντάμε το μοναδικό παλιό παράθυρο στον εξωτερικό τοίχο της μονής, το οποίο φαίνεται να είχε ειδική χρήση ή ήταν, όπως λέγεται, στο κελί του πρώτου ηγούμενου της μονής, ο οποίος ήταν τυφλός.

Στα κελιά αυτά της βορεινής ισόγειας πτέρυγας δεν υπάρχουν εστίες (τζάκια). Φαίνεται ότι δεν κατασκευάστηκαν, εξαιτίας του ήπιου κλίματος της περιοχής, που προστατεύεται από τον βορρά με λόφους. Πιθανότατα χρησιμοποιούνταν κατά τη διάρκεια των ψυχρών νυκτών στο κελί με εστία στο ισόγειο της μεσημβρινής πτέρυγας, ως φωτάναμμα.

Στη μεσημβρινή και τη δυτική πτέρυγα του ισογείου υπάρχουν οι χώροι γενικής χρήσης της μονής, δηλαδή οι φούρνοι μαζί με το ζυμωτήριο, η τραπεζαρία, το φωτάναμμα, η βιβλιοθήκη, ο ξενώνας, οι αποθήκες, οι σταύλοι. Η στέγαση αυτών των χώρων γινόταν επίσης με ημικυλινδρικούς θόλους.

Χαρακτηριστικό των μέτρων ασφαλείας τα οποία λαμβάνονταν είναι η ύπαρξη καταπακτής μέσα σε ντουλάπι του χώρου κοντά στο γωνιακό της δυτικής πτέρυγας, η οποία (καταπακτή) είχε σκάλα που οδηγούσε από το ισόγειο στον όροφο της μεσημβρινής πτέρυγας της μονής.

Μπροστά από τους χώρους του ισογείου της μεσημβρινής και δυτικής πτέρυγας υπάρχει στοά με κιονοστοιχία από λιθοδομή.

Μπορούμε να υποθέτουμε ότι κατ’αναλογία προς τη μονή της Πάτμου, αλλά και προς άλλες μονές κυκλαδικής αρχιτεκτονικής, ότι οι παλιοί ισόγειοι χώροι της Μονής Ζωοδόχου Πηγής Καλαυρείας καλύπτονταν με δώμα, το οποίο φερόταν πάνω στους κυλινδρικούς θόλους. Έτσι δικαιολογείται και το μεγάλο πάχος της κατασκευής μεταξύ οροφής του ισογείου και του δαπέδου του ορόφου.

Χαρακτηριστικό του ορόφου της μονής είναι η ύπαρξη πολλών ξύλινων κατασκευών. Το γεγονός αυτό έχει προκαλέσει πολλές επισκευές, εξαιτίας της μεγάλης φθοράς η οποία με την πάροδο του χρόνου επέρχεται στα ξύλα.

Το ξύλο, όπως και τα περισσότερα από τα υλικά της κατασκευής, εισάγονταν στον Πόρο από άλλα μέρη.

Κάστρο

Είναι γνωστή η χρησιμοποίηση αυτού του μικρού νησιού, σε απόσταση αναπνοής από το νησί του Πόρου, ως ναυτικού σταθμού από τον Βυζαντινό Στόλο κατά τον 7ο μ.Χ. αιώνα και η ενίσχυση που παρέσχε στο Ναυτικό της αυτοκρατορίας. Άλλα στοιχεία δείχνουν πως αργότερα οργανώθηκε εκεί Βενετσιάνικο οχυρό, που πρέπει να ήκμασε κατά την περίοδο της δράσης του Φρ. Μοροζίνι και του στόλου του στην περιοχή του Πόρου περί τα 1687 – 1693. Το νησί έγινε τα νεώτερα χρόνια γνωστό από το φρούριο που έχτισε ο Βαυαρός συνταγματάρχης Φον Έϋδεκ επί εποχής Καποδίστρια (αφού κατεδάφισε το εκκλησάκι του Αγ. Κωνσταντίνου που υπήρχε εκεί) και που έπαιξε και τον σημαντικό του ρόλο στην ανταρσία του Μιαούλη το 1831. Σε πρόσφατη μελέτη αναφέρεται πως είχε δοθεί τότε η υπόσχεση από τον Καποδίστρια και τον Έϋδεκ για το ξαναχτίσιμο του παρεκκλησίου, κάτι που δεν έγινε ποτέ. Η ανοικοδόμησή του, μετά την ολοκλήρωση της αρχαιολογικής έρευνας θα μπορούσε να αποτελέσει επιδίωξη του Δήμου Πόρου, της Μητρόπολης Ύδρας και του Μοναστηριού του Πόρου, στο οποίο και κάποτε ανήκε το νησάκι.

 

Αρχιτεκτονικά στοιχεία Ρωσικού Ναύσταθμου

Ο Ρωσικός Ναύσταθμος σήμερα είναι συγκρότημα πέτρινων ημι-ερεπωμένων κτιρίων. Το κυρίως κτίριο, που δεσπόζει πάνω στην παραλία, αποτελείται από τρεις στενομετώπους, ορθογωνικής κάτοψης χώρους τοποθετημένους στην σειρά, που στεγάζονται με ισάριθμους μεγάλους θόλους.

Η όψη του προς την παραλία είναι σχεδόν διώροφη και χωρίζεται σε δύο ζώνες, με μια οριζόντια διακοσμητική ταινία από λείο σοβά. Οι θόλοι κρύβονται με ψηλό στηθαίο που κοσμείται με οριζόντια μαρμάρινη ταινία με γραμμικές κάθετες ραβδώσεις. Τα ανοίγματα τοποθετούνται αξονικά και επαναλαμβάνονται ρυθμικά, ίδια για κάθε θόλο και έχουν γραμμικό πέτρινο υπέρθυρο με διακοσμητικό κλειδί. Στο εσωτερικό οι θόλοι έχουν κατεδαφιστεί και διακρίνονται μόνο τα ίχνη τους πάνω στους τοίχους. Πίσω από το κυρίως κτίριο υπάρχει ένα δεύτερο συγκρότημα αποθηκών που βλέπουν σε κεντρική είσοδο, προβάλλουν τα ημικυκλικά τύμπανα τους στην κύρια όψη. Η βάση τους υπογραμμίζεται με γείσο από σχιστόπλακες.

 

Το Καστέλι

Ως πυρήνας εξέλιξης του νεότερου οικισμού αναφέρεται το τμήμα της μικρής βραχώδους χερσονήσου της Σφαιρίας γύρω από το Ρολόι, με τα εκκλησάκια του Αγ.Ιωάννη και της Φανερωμένης, που φέρει ο όνομα «Καστέλι».

Εκτός από την ονομασία Καστέλι, που επιβιώνει μέχρι σήμερα στην προφορική παράδοση, κανένα άλλο στοιχείο σχετικά με την ύπαρξη οχυρωμένου οικισμύ στην κορυφή της χερσονήσου δεν είναι γνωστό. Ο σωζόμενος σήμερα πολεοδομικός ιστός, η στρατηγική σημασία του φυσικού λιμανιού του Πώγωνα και της χερσονήσου του Καστελιού που δεσπόζει σ’αυτόν και η φυσική οχυρότητα της θέσης ενισχύουν την πιθανότητα ύπαρξης και εδώ ενός μικρού οχυρωμένου οικισμού ανάλογου με αυτούς που εντοπίζονται στο χώρο του Αιγαίου. Μια τέτοια περίπτωση όμως πρέπει να διερευνηθεί.