ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

Ναός του Ποσειδώνα στην Καλαυρεία

Διαπιστώθηκε πως η αρχαιολογική θέση γύρω από το Ναό του Ποσειδώνα είχε κατοικηθεί από τα Προϊστορικά χρόνια, ενώ πιθανότατα το ιερό υπήρχε από τα Γεωμετρικά. Όλα τα οικήματα ολοκληρώθηκαν σε διαφορετικές χρονικές φάσεις. Ειδικά το κτήριο του Ναού χρονολογείται στην Αρχαϊκή εποχή και μάλιστα δεν φαίνεται να τροποποιήθηκε μετά. Στην Κλασική εποχή χρονολογείται η διαμόρφωση του ευρύτερου ιερού με μία σειρά κτηρίων που το παλαιότερο χρίστηκε το 420 περίπου π.Χ. και τα τελευταία το 320 π.Χ. περίπου. Τα λείψανα της πόλης ανάγονται στην Ελληνιστική εποχή, ενώ όλα φαίνονται ότι επιβιώνουν στη Ρωμαϊκή.

Ο Ναός του Ποσειδώνα χτίστηκε γύρω στα 520 π.Χ. Δεν γνωρίζουμε αν υπήρχε παλαιότερος ναός. Είχε διαστάσεις 14,40 * 27,40 μ. με πρόσοψη προς βορειοανατολικά και ήταν δωρικός περίπτερος, με 6 κίονες στις στενές και 12 στις μακριές πλευρές του. Θα πρέπει να διέθετε και εσωτερικές κιονοστοιχίες, επίσης δωρικές. Ήταν χτισμένος με αιγινήτικο πώρο και τραχίτη.

Ο ναός βρισκόταν μέσα σε ορθογώνιο περίβολο διαστάσεων 52,95 * 26,05 μ. με δύο εισόδους, μία στη βορειοανατολική πλευρά, ακριβώς απέναντι στην είσοδο του ναού και δεύτερη στην νοτιοανατολική πλευρά, στη μέση της αντίστοιχης πλευράς του ναού.

Ως προς την κλασική εποχή, το μόνο επιπλέον στοιχείο που γνωρίζουμε είναι η δημιουργία ενός ευρύτερου τεμένους στα νοτιοανατολικά του παλαιού και μία επέκτασή του προς τα νοτιοδυτικά.

Στη βορειοδυτική πλευρά αυτής της προέκτασης χτίζεται, περίπου στα 420 π.Χ., μία στοά που βλέπει προς τα νοτιοανατολικά. Είχε διαστάσεις 9,30 * 30,20 μ., πιθανόν 9 δωρικούς κίονες εμπρός και 4 ιωνικούς στο κεντρικό μακρό άξονα.

Μετά από 50 χρόνια χτίζεται στα νοτιοδυτικά της προηγούμενης στοάς και στην προέκτασή της, άλλη με τον ίδιο προσανατολισμό, της οποίας σώθηκαν ελάχιστα λείψανα. Είχε διαστάσεις 30,50 * 9,45 μ. και 5 εσωτερικούς κίονες.

Μετά από άλλα 20 χρόνια χτίζεται απέναντί της άλλη στοά, με την πρόσοψη προς τα βορειοδυτικά (διαστάσεων 29,65 * 7,40 μ.).

Στα πρώτα Ελληνιστικά χρόνια συνεχίζεται και ολοκληρώνεται το οικοδομικό πρόγραμμα του ιερού. Ανάμεσα στη δεύτερη και τρίτη στοά χτίζεται ένα συγκρότημα που περιλαμβάνει το ενδιαίτημα των ιερέων και στα νοτιοανατολικά ένα πρόπυλο σχήματος «Η» με στοές μπροστά και πίσω, συνολικού μήκους 13,80 μ. και πλάτους 6,90 μ.

Δέκα χρόνια περίπου μετά το πρόπυλο, περί τα 320 π.Χ., χτίζεται στην προέκταση της τρίτης στοάς ακόμα μία (32,80 *3,95 μ.) με δωρική κιονοστοιχία στην πρόσοψη.

Πρόκειται για ένα από τα τρίτα μεγάλα ιερά του Ποσειδώνα γύρω από το Σαρωνικό. Ο ναός σχημάτιζε ισοσκελές τρίγωνο με τους ναούς Αφαίας Αίγινας και Ποσειδώνα Σουνίου.

Βρίσκεται στη θέση Παλάτια, ανάμεσα στη Βίγλα και τον Προφήτη Ηλία.

Ως προς το οικοδόμημα στα νοτιοδυτικά του ναού (διαστάσεων 31 * 11μ.), ενδέχεται να ήταν το Βουλευτήριο της πόλης της Καλαυρείας. Εκεί συσκέπτονταν και οι αντιπρόσωποι των επτά πόλεων που συμμετείχαν στην Αμφικτιονία της Καλαυρείας. Στα νοτιοδυτικά του Βουλευτηρίου υπήρχε ένα κτήριο (το μνημείο του Δημοσθένη ή το Ασκληπιείο).

Το ιερό ήταν ένα φημισμένο άσυλο που δεχόταν υπό την περιφρούρησή του τους καταδιωγμένους. Γνωρίζουμε το όνομα ενός από τους ικέτες: Δημοσθένης. Ο ρήτορας Δημοσθένης ήταν ο διασημότερος άνθρωπος που είχε ζητήσει άσυλο εδώ, φεύγοντας από την Αθήνα την οποία είχαν καταλάβει οι Μακεδόνες. Εδώ ήπιε δηλητήριο και θάφτηκε μέσα στο χώρο του Ιερού. Όπως προείπαμε, το Ιερό ήταν επίσης γνωστό στην αρχαιότητα για το ρόλο του ως έδρα ενός θρησκευτικού συνδέσμου, της Αμφικτιονίας της Καλαυρείας. Το Ναό του Ποσειδώνα υπηρετούσαν αρκετά ιερείς και υπήρχε εκεί πάντοτε ιέρεια παρθένα, την οποία μετά το γάμο της, αντικαθιστούσε άλλη παρθένα.

Το 50 π.Χ. ο ναός λεηλατήθηκε από Κίλικες πειρατές, γύρω στο 396 μ.Χ. από τους Γότθους και ό,τι απέμεινε καταστράφηκε από τους σεισμούς αλλά και από τα χέρια των μεταγενέστερων.

Το 1774 πολλοί πώρινοι και άλλοι κατεργασμένοι λίθοι μεταφέρθηκαν στον κόλπο της Βαγιονιάς και από κει στην Ύδρα, για την ανοικοδόμηση του Ναού της Παναγίας. Έτσι σήμ ερα δεν σώζονται παρά μόνο μερικά θεμέλια και πλάκιες με επιγραφές που μαρτυρούν το μεγαλείο του αρχαίου αυτού ναού.

Ολόκληρη η περιοχή έχει χαρακτηριστεί αρχαιολογικός χώρος. Ανασκαφές έγιναν για πρώτη φορά στο Ιερό του Ποσειδώνα το 1894 από δύο Σουηδούς αρχαιολόγους. Η αρχαιολόγος Berit Wells διεξήγε ανασκαφές στην περιοχή κατά τα έτη 2007-2011 μέσω του προγράμμτος Καλαυρεία, λεπτομέρειες του οποίου αξίζει να δείτε στο http://www.kalaureia.org

 

Αμφικτιονία της Καλαυρείας

Μία από τις αρχαιότερες αμφικτιονίες υπήρξε εκείνη της Καλαυρείας, με έδρα στα χρόνια της μεγάλης ακμής της, κατά τον 7ο αιώνα π.Χ., το ιερό του Ποσειδώνος στο σημερινό νησί του Πόρου, την αρχαία Καλαύρεια.

Ο γεωγράφος Στράβων, κατά τον 1ο αιώνα π.Χ., στην περιγραφή του για το ιερό του Ποσειδώνος στην Καλαύρεια αναφέρει ότι, με αυτό ως θρησκευτικό κέντρο, επτά σημαντικές πόλεις του Αργοσαρωνικού, η Αθήνα, η Αίγινα, η Επίδαυρος (η σημερινή Παλαιά Επίδαυρος), η Ερμιόνη, η Ναυπλία (το σημερινό Ναύπλιο), οι Βρασιές της Θυρεάτιδος (ή Πρασιές, το σημερινό Λεωνίδιο της Κυνουρίας) και ο Μινύειος Ορχομενός, ίδρυσαν αμφικτιονία, με προστάτη τον Ποσειδώνα Καλαυρεάτην, θεό των ευνοϊκών ανέμων για τους ναυτιλλομένους, η οποία ονομάστηκε Αμφικτιονία της Καλαυρείας.

Το χρονολογικό πλαίσιο της Αμφικτιονίας της Καλαυρείας, εάν δηλαδή η συγκρότησή της ανάγεται στα τέλη της Μυκηναϊκής περιόδου ή αν συμπίπτει με την εποχή της μεγάλης ισχύος του Φείδωνος, του περιώνυμου τυράννου του Άργους (γύρω στα 650 π.Χ.) αποτελεί ένα πρόβλημα.

Νεώτερα στοιχεία από την αρχαιολογική έρευνα στην ευρύτερη περιοχή του Πόρου διαμορφώνουν ένα άλλο πλαίσιο που τοποθετεί τις απαρχές της Αμφικτιονίας της Καλαυρείας στις αρχές του 12ου π.Χ. αιώνα.

Έτσι, η Αμφικτιονία της Καλαυρείας φαίνεται ότι έχει τις απώτερες ρίζες της στον συνασπισμό των – αγνώστου ρυθμού – Δρυοπικών κέντρων του Αργοσαρωνικού κατά την ανήσυχη περίοδο των αρχών του 12ου αιώνα π.Χ., με προστάτη θεό τον προ-δωρικό Απόλλωνα, το κέντρο λατρείας του οποίου βρισκόταν στη νησίδα Μόδι.

Ο επισκέπτης της εν λόγω βραχονησίδας θα μείνει έκπληκτος από την έκταση και την οργάνωση (τείχη, οικοδομική πυκνότητα, ρυμοτομία, άρδευση από φυσικά χάσματα και πηγάδια) ενός ακμαίου οικισμού της Υστεροελλαδικής περιόδου. Η νησιωτική αυτή πολιτεία φαίνεται ότι είχε αναπτυχθεί γύρω από ένα σημαντικό λατρευτικό κέντρο (του Απόλλωνα), το οποίο επιλέχθηκε ως έδρα ενός τόσο εκτεταμένου συνασπισμού πόλεων – από τη Βοιωτία και την Αττική έως τα ανατολικά παράλια της Λακωνίας και τον μυχό του Αργολικού Κόλπου.

Ο αμφικτιονικός θεσμός παγιώνεται πολύ αργότερα, κατά τον 7ο αιώνα π.Χ., με την συμμετοχή των υπό του Στράβωνος αναφερομένων επτά Δρυοπικών πόλεων, προς αντιμετώπιση των επεκτατικών σχεδίων του Φείδωνος. Κατά την περίοδο αυτή, ο Ποσειδώνας έχει πλέον αναδειχθεί σε κυρίαρχο θεό των Δωριέων και το ιερό του στην Καλαύρεια, πολύ κοντά στο εγκαταλελειμμένο, ίσως και «άβατο» κατά την περίοδο μετά τους Μυκηναϊκούς χρόνους, ιερό του Απόλλωνος στο Μόδι, καθίσταται παν-Δωρικό φυλετικό και θρησκευτικό κέντρο, έδρα της Αμφικτιονίας της Καλαυρείας.

Η Αμφικτιονία της Καλαυρείας γρήγορα εκφυλίζεται, ώστε να περιπέσει σε πολιτική αφάνεια κατά την Κλασική περίοδο, χωρίς να έχει σοβαρή συμμετοχή στον Πελοποννησιακό Πόλεμο και μετέπειτα. Όσο για την επανεμφάνισή της, με την επίνευση των Μακεδόνων κατά την Ελληνιστική περίοδο, ο ρόλος της θα είναι πλέον καθαρά διακοσμητικός έως και τα χρόνια του Στράβωνος (1ος αιώνας π.Χ.), καθώς από επιγραφικά ευρήματα διαπιστώνεται ο αποκλειστικά θρησκευτικός χαρακτήρας της ως ενός τελετουργικού συνδέσμου των Δρυόπων του Αργοσαρωνικού, με την κατ’ έτος προσέλευσή τους στο ιερό του Ποσειδώνος Καλαυρεάτου, μέχρι που αυτό καταστρέφεται από πειρατές της Κιλικίας στα μέσα εκείνου του αιώνα.

Αρχαιολογικό Μουσείο Πόρου

Το Αρχαιολογικό Μουσείο του Πόρου βρίσκεται στην Πλατεία Κορυζή. Δημιουργήθηκε χάρη σε ένα πρωτοπόρο ζηλωτή της αρχαιολογίας, ο οποίος ξεκίνησε και ανέλαβε μόνος του το βαρύ έργο της διάσωσης των αρχαιοτήτων της Τροιζηνίας, τον Χρήστο Φουρνιάδη. Ο Φουρνιάδης αρχίζει να περισυλλέγει με δική του πρωτοβουλία τα διάσπαρτα αρχαία της περιοχής και να τα συγκεντρώνει στο Δημοτικό Γραφείο του Πόρου. Μέσα στο 1958 ο Φουρνιάδης, με την υποστήριξη του Δημοτικού Συμβουλίου του Πόρου, έχει ήδη προχωρήσει στην ίδρυση μιας Αρχαιολογικής Συλλογής στο νησί.

Το «Μουσείο Πόρου» στεγάστηκε προσωρινά στην παλαιά οικία Κοριζή, η οποία δωρήθηκε το 1962 από τους κληρονόμους του Αλέξανδρου Κοριζή στο Ελληνικό Δημόσιο και κατεδαφίστηκε για να κατασκευαστεί το σημερινό Μουσείο. Η Συλλογή του Πόρου καταγράφεται για πρώτη φορά επίσημα το 1959.

Το Μουσείο του Πόρου, που κτίστηκε στην τριετία 1966-1968 στη θέση της κατεδαφισμένης οικίας Κοριζή, επί δέκα ολόκληρα χρόνια ήταν μία κλειστή αποθήκη. Μια πρώτη έκθεση αρχαίων που περιορίστηκε στο ισόγειο του κτηρίου, έγινε το 1978. Με την πληθώρα των ευρημάτων που προήλθαν από τις ανασκαφές κατά την τελευταία εικοσαετία, έγινε αναγκαία η νέα διαρρύθμιση της έκθεσης στο ισόγειο και η επέκτασή της στον πάνω όροφο, εργασίες που έγιναν κατά το 1998 και έδωσαν στο Μουσείο Πόρου τη σημερινή του μορφή.

Η έκθεση του Μουσείου εκτείνεται σε δύο αίθουσες, μία στο ισόγειο και μία στον όροφο του κτηρίου και περιλαμβάνει εκθέματα από όλη την περιοχή της Τροιζηνίας και κάποια από την περιοχή της Ερμιόνης.

Το μουσείο φιλοξενεί γλυπτά, επιγραφές και αρχιτεκτονικά μέλη από την Τροιζήνα, την Καλαύρεια και τα Μέθανα. Σημαντικότερα εκθέματα είναι ένα μεγάλο ανάγλυφο με παράσταση σκύλου, το οποίο υπήρξε ενσωματωμένο σε αρχαίο οικοδόμημα, ένα γύψινο εκμαγείο της γνωστής ενεπίγραφης στήλης από την Τροιζήνα με το κείμενο του αθηναϊκού ψηφίσματος που πρότεινε ο Θεμιστοκλής το 480 π.Χ. για την αντιμετώπιση της περσικής εισβολής, ένα αρχαϊκό επίγραμμα (600 π.Χ. περίπου) από επιτάφειο σήμα που βρέθηκε στα Μέθανα, ένα τιμητικό ψήφισμα της πόλης της Τροιζήνας (369 π.Χ.) και το ενεπίγραφο βάθρο ενός χάλκινου ανδριάντα του αυτοκράτορα της Ρώμης Μάρκου Αυρηλίου, ανάθημα της πόλης των Μεθάνων (175-180 μ.Χ.).

Δύο αγαλματίδια, ένα γυμνό αγόρι και μία γυναίκα με χιτώνα και ιμάτιο, ένα αγαλματίδιο του Ασκληπιού από την Καλαύρεια και μερικές επιτύμβιες στήλες του 4ου αι. π.Χ. από την περιοχή των νεκροταφείων της αρχαίας πόλης (όπως ένα αξιόλογο επιτύμβιο ανάγλυφο με υπερφυσικού μεγέθους παράσταση γυναίκας), είναι μερικά από τα σημαντικότερα εκθέματα της κλασικής περιόδου.

Ως προς τους αυτοκρατορικούς χρόνους, περίοδο κατά την οποία κατασκευάστηκε και μία σειρά από επιβλητικά ταφικά μνημεία γύρω από τα τείχη της πόλης, εκτίθενται επιτύμβιες στήλες της Τροιζήνας, όπως η επιτάφια στήλη του Καλαυρεάτη ρήτορα Ξενοκράτη (3ος αι. π.Χ.).

Επιπροσθέτως, στο μουσείο εκτίθενται μία σειρά κιονοκράνων των τριών κυρίων αρχιτεκτονικών ρυθμών από τους αρχαϊκούς έως τους ρωμαϊκούς χρόνους: ένα δωρικό του 6ου αι. π.Χ., ένα άλλο, επίσης δωρικό, του 5ου αι. π.Χ. και ένα γωνιαίο ιωνικό του 4ου αι. π.Χ., που συμπληρώνεται με δύο παραδείγματα κορινθιακών κιονοκράνων της ρωμαϊκής περιόδου, το ένα από τα Μέθανα και το άλλο από την Τροιζήνα. Το δεύτερο από αυτά είναι διακοσμημένο στις δύο κύριες όψεις του με ανάγλυφα προσωπεία που μαρτυρούν την προέλευσή του από θεατρικό οικοδόμημα. Τέλος, δείγματα παλαιοχριστιανικής αρχιτεκτονικής, όπως κιονόκρανα και επιθήματα αυτής της περιόδου από την ευρύτερη περιοχή της Τροιζήνας, αποτελούν σημαντικό τμήμα της έκθεσης.

Διεύθυνση: Πλατεία Κοριζή, Τ.Κ. 18020, Πόρος (Νομός Αττικής)