Ο ΠΟΡΟΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ο ΠΟΡΟΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

     Ο Πόρος αποτελείται στην πραγματικότητα από δύο νησιά, γνωστά στην αρχαιότητα με τα ονόματα Καλαυρία και Σφαιρία. To όνομα Καλαυρία σχετίζεται με την καλή αύρα, το δροσερό αεράκι, που φυσάει το καλοκαίρι. Στη Σφαιρία, κατά τους μύθους, ο Ποσειδώνας ενώθηκε με την Αίθρα, κόρη του βασιλιά της Τροιζήνας και γεννήθηκε ο Θησέας και στα ιστορικά χρόνια η Καλαυρία ήταν το κέντρο αμφικτιονίας (συμμαχίας) των γειτονικών πόλεων-κρατών (Αθήνα, Πόρος, Αίγινα, Επίδαυρος, Ερμιόνη, Τροιζήνα, Ναύπλιο, Ορχομενός και Πρασιές). Ο Πόρος κατοικήθηκε από την εποχή του χαλκού και έχουν βρεθεί τάφοι και κτίσματα από το 1000 π. Χ. Στη βόρεια πλευρά της Καλαβρίας (Βαγιονιά) βρέθηκε καταποντισμένο στη θάλασσα το αρχαίο λιμάνι. Στην αρχαία πόλη της Καλαυρίας υπήρχε ναός του Ποσειδώνα, ένας τόπος προσκυνήματος για το Πανελλήνιον, τα ερείπια του οποίου βρίσκονται, στη θέση Παλάτια, στην νοτιοανατολική πλευρά του νησιού. Οι αρχαίοι ιστορικοί έγραψαν ότι στον περίβολο του ναού βρισκόταν ο τάφος του Δημοσθένη που ζήτησε εκεί άσυλο μετά την καταδίκη του σε θάνατο και αυτοκτόνησε με δηλητήριο όταν έφτασαν οι Μακεδόνες.

       Από τότε ο Πόρος ακολούθησε την ιστορική μοίρα των ελληνικών νησιών. Στη βυζαντινή περίοδο, δέχτηκε επιδρομές πειρατών, πήρε μέρος στον αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία και μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους εγκαταστάθηκε εκεί πρώτος ελληνικός ναύσταθμος όπου σήμερα λειτουργεί το Προγυμναστήριο, το Κέντρο Νεοσυλλέκτων του Πολεμικού Ναυτικού. Νωρίτερα, στις αρχές του 19ου αιώνα, είχε εγκατασταθεί στον Πόρο και ο ναύσταθμος του Ρωσικού Στόλου. Ο Πόρος έπαιξε σημαντικό ρόλο στα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, αφού το 1828 σε αυτόν εγκαταστάθηκε ο Ιωάννης Καπιδίστριας ως κυβερνήτης και εκεί έλαβε χώρα η διάσκεψη των πρέσβεων των Μεγάλων Δυνάμεων, η οποία καθόρισε τα πρώτα σύνορα του ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους. Τα αμέσως επόμενα χρόνια ο Πόρος αποτέλεσε κέντρο των εμφυλιοπολεμικών συγκρούσεων, με αποκορύφωμα την πυρπόληση πλοίων του ελληνικού στόλου από τον ναύαρχο Μιαούλη στο λιμάνι του Πόρου, το 1931.

ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ

Προϊστορία

Το νησί του Πόρου, δηλαδή η Καλαυρία, καθώς και όλη η Ν.Α. Πελοπόννησος κατοικήθηκε για πρώτη φορά τα προϊστορικά χρόνια. Η Σφαιρία στα προϊστορικά χρόνια αλλά και στα ιστορικά και πολύ αργότερα, ήταν ακατοίκητη. Υπήρχε εκεί μόνο ο Ναός της Απατουρίας Αθηνάς. Στα πρωτοελλαδικά χρόνια η περιοχή της Καλαυρίας φαίνεται αρκετά κατοικημένη, γιατί έχουν επισημανθεί τρεις οικισμοί που ανήκουν σε αυτή την περίοδο. Ένας οικισμός στη θέση του ιερού του ναού του Ποσειδώνος, ένας οικισμός στη θέση που αργότερα αναπτύχθηκε η πόλη της Καλαυρίας κοντά στο ιερό του Ποσειδώνα και ένας τρίτος δυτικότερα, στην πλαγιά του βουνού του Προφήτη Ηλία, λίγο πιο πάνω από το λεκανοπέδιο της Φούσας.

Η προέλευση των κατοίκων αυτής της εποχής δεν είναι γνωστή, αλλά φαίνεται πως ένα μέρος τουλάχιστον από αυτούς πρέπει να είχε προέλευση από την Αίγυπτο, όπως επίσης από την Αίγυπτο θα πρέπει να είχαν προέλευση και οι πρώτοι κάτοικοι της Τροιζήνας και όλης της Αργοναυπλίας. Ενώ αυτά τα προελληνικά φύλλα φαίνεται ότι ήρθαν από την Αίγυπτο, στα μεταγενέστερα χρόνια η κάθοδος άλλων φύλλων στην περιοχή, όπως Ιώνων και Δωριέων, άλλαξαν σχεδόν εξ ολοκλήρου την αρχική φυλετική σύνθεση των κατοίκων, επέτρεψαν όμως τη διατήρηση πολλών από τις παλαιές τοπικές παραδόσεις. Χρονολογικά η περιοχή πρώτα δέχτηκε Ίωνες κατοίκους, οι οποίοι υπερτέρησαν και τελικά η Τροιζήνα και η Καλαυρία εξελίχθηκαν σε Ιωνικές πόλεις και είχαν ιδιαίτερες σχέσεις με τους τότε κατοίκους της Αττικής και της Βοιωτίας. Αυτό φαίνεται από τη λατρεία της Απατουρίας Αθηνάς που είναι χαρακτηριστικά ιωνική. Με την κάθοδο των Δωριέων η Τροιζήνα δέχτηκε από το Άργος Δωριείς αποίκους, αλλά μάλλον με ειρηνικό τρόπο.

Για τους προϊστορικούς χρόνους πολύτιμες πληροφορίες έδωσε η ανακάλυψη – μόλις πρόσφατα – ενός εκτεταμένου οικισμού (20 περίπου στρεμμάτων) της πρωτοελλαδικής περιόδου (3η χιλιετία π.Χ.), καθώς και ενός μεγάλου οικοδομικού συγκροτήματος της μυκηναϊκής περιόδου (13ος αι. π.Χ.) στη νησίδα Μόδι, ανατολικά του Πόρου.

Στα ιστορικά χρόνια η Τροιζηνία είναι δωρική όπως τα Μέθανα και η Καλαυρία, Η Τροιζηνία τα χρόνια εκείνα υπαγόταν στο Άργος και από κει φαίνεται πως δέχτηκε τους Δωριείς κατοίκους της.

Κατά την εποχή της καθόδου των Δωριέων ή λίγο αργότερα οι Τροιζήνιοι ιδρύουν στη νοτιοδυτική ακτή της Μ. Ασίας τις πόλεις Αλικαρνασσό, Μύνδο και Θεάγγελα. Στη γεωμετρική και αρχαϊκή εποχή ανάγεται, κατά την επικρατέστερη εκδοχή, η ίδρυση της Αμφικτιονίας της Καλαυρείας. Έδρα της ήταν το ιερό του Ποσειδώνα στην Καλαύρεια. Μέλη της ήταν οι επτά πόλεις που μετείχαν στις θυσίες: Η Ερμιόνη, η Επίδαυρος, η Αίγινα, οι Πρασιές (στην Κυνουρία), Ναυπλία και ο Ορχομενός.

Αργότερα, κάτοικοι από την Καλαυρία και τις πόλεις που αποτελούν την Αμφικτιονία της Καλαυρείας, ιδρύουν στην Κάτω Ιταλία τη Σύβαρι, δίνοντας το όνομα Καλαυρία σε όλη την γειτονική περιοχή της πόλης αυτής της Νότιας Ιταλίας από το όνομα της αμφικτιονίας της Καλαυρίας.

Έτσι οι Τροιζήνιοι, μαζί βέβαια με τους Καλαυρίους, είναι ιδρυτές των πόλεων: Αλικαρνασσού, Μύνδου και Θεάγγελας στην Μ. Ασία, Σύβαρης και της γύρω περιοχής της Καλαυρίας στην Κάτω Ιταλία και των δήμων Σφηττός, Ανάφλυστος και Πιθάης στην Αττική.

Ο ΠΟΡΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ


Η Καλαυρία, καθώς και η Τροιζήνα συνέχισαν την ύπαρξή τους και κατά τους πρώιμους Βυζαντινούς χρόνους, σαν τμήμα επαρχίας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Όμως ο Αλάριχος, αρχηγός των Βισιγότθων που είχαν εγκατασταθεί στη Βόρεια πλευρά της Βαλκανικής χερσονήσου από τις αρχές του τρίτου αιώνα, διέσχισε τη Θεσσαλία και έφτασε από τις Θερμοπύλες στην Κεντρική Ελλάδα. Στη διάβασή τους οι Γότθοι έφτασαν στην Αττική και τη Βοιωτία και κατέστρεψαν τα πάντα. Από τη γενική καταστροφή γλίτωσε μόνο η Αθήνα. Επίσης, οι Γότθοι λεηλάτησαν την Κόρινθο, τη Σπάρτη, το Άργος και την Τροιζηνία. Τέτοια μεγάλη καταστροφή προξένησαν οι Γότθοι στην περιοχή, ώστε η Τροιζηνία και η Καλαυρία έπαψαν πια να υπάρχουν από την τελευταία αυτή καταστροφική επιδρομή τους. Ήταν οι τελευταίοι μήνες του 396μ.Χ.

Λίγα χρόνια μετά την καταστροφή της Νότιας Ελλάδας από τους Γότθους του Αλάριχου, ένας μεγάλος σεισμός κατέστρεψε στην κυριολεξία ό,τι είχε απομείνει από την καταστροφική μανία των Γότθων. Τότε πρέπει να βυθίστηκε στη θάλασσα και ο οικισμός της Καλαυρίας που ήταν στη Βαγιωνιά. Τα ερείπια των σπιτιών, καθώς και οι δρόμοι της πόλης φαίνονται και σήμερα αρκετά καθαρά στη ρηχή θάλασσα του κόλπου της Βαγιωνιάς.

Μετά τις παραπάνω καταστροφές της περιοχής, ενώ στη θέση της αρχαίας Τροιζήνας αναπτύχθηκε κατά τα μετέπειτα Βυζαντινά χρόνια ο «Δαμαλάς», στον Πόρο δεν μπόρεσε να αναπτυχθεί κανένα αξιόλογο χωριό ή οικισμός. Αιτία ήταν οι πειρατές που κατά τα Βυζαντινά χρόνια και τα χρόνια της Τουρκοκρατίας μάστιζαν κυριολεκτικά την περιοχή και χρησιμοποιούσαν ως ορμητήριο και τον κόλπο της Βαγιωνιάς που ακόμα και σήμερα λέγεται Μπαρμπαριά. Η Σφαιρία ήταν ακατοίκητη και στην Καλαυρία την εποχή αυτή ζούσαν λίγοι κάτοικοι που έμεναν σε απομονωμένες αγροικίες και ασχολούνταν με την καλλιέργεια των λίγων κτημάτων και την κτηνοτροφία.

ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΡΟ

 Στις 13 Απριλίου του 1204, οι Σταυροφόροι, με την Δ’ Σταυροφορία τους πέτυχαν να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη. Αποτέλεσμα της κατακτήσεως αυτής ήταν να μοιραστεί η Βυζαντινή Αυτοκρατορία στους αρχηγούς των σταυροφόρων κατά το φεουδαρχικό σύστημα που εφαρμοζόταν τότε στη Δύση. Έτσι ιδρύθηκαν διάφορες λατινκές πολιτείες όπως η ηγεμονία της Αχαΐας, τα δουκάτα των Αθηνών και του Αιγαίου και άλλα μικρά κρατίδια. Ολόκληρη σχεδόν η Πελοπόννησος περιήλθε στα χέρια της ηγεμονίας της Αχαΐας με αρχηγό τον πρίγκιπα Γουλιέλμο. Μετά τον Γουλιέλμο η εξουσία περιήλθε στο Γοδεφρείγο Βιλλαρδουίνο.

Ο Πόρος και η περιοχή της Τροιζηνίας, όπως ολόκληρη η Ναυπλία και το Άργος, ανήκαν στην ηγεμονία της Αχαΐας. Το 1212 όμως η περιοχή περιήλθε στην κυριότητα του Δουκάτου των Αθηνών, όπου είχε ανακηρυχθεί ηγεμόνας ο Όθων Δελαρός, υιός Βουργουνδίου ευπατρίδη.

Ο Πόρος στα χρόνια της φραγκοκρατίας ήταν σχεδόν ακατοίκητος και στις βόρειες ακτές του είχαν ορμητήριο Μπαρμπερίνοι πειρατές.

Ο Δαμαλάς στα χρόνια της Ενετροκρατίας αποτέλεσε τη βαρωνία του Ντάμαλες και την εποχή του πάπα Ινοκέντιου του Γ’ έγινε έδρα Λατίνου επισκόπου. Η επισκοπή αυτή διατηρήθηκε μέχρι την κατάληψη της περιοχής από τους Τούρκους.

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΟΝ ΠΟΡΟ

Στις 29 Μαρτίου 1453 η Κωνσταντινούπολη έπεφτε στα χέρια των Τούρκων και μέχρι το 1460 ολόκληρη σχεδόν η Ελλάδα, εκτός από μερικές περιοχές που ήταν υπό την κατοχή των Ενετών, τουρκοκρατείται.

Η Σφαιρία κατοικήθηκε γύρω στα 1460. Οι πρώτοι κάτοικοί της ήταν Αρβανίτες που ήλθαν από την Πελοπόννησο κυνηγημένοι από τις ορδές του Σουλτάνου Μωάμεθ Β’ του Πορθητή και του μεγάλου Βεζύρη Μαχμούτ και έτσι δημιουργήθηκε στο νησί ο πρώτος οικισμός, το Καστέλι, γύρω από το σημερινό Ρολόι. Τη θέση αυτή προτίμησαν γιατί μπορούσε να λειτουργεί ως οχυρό και να τους προστατεύει από τους Αλγερινούς πειρατές. Πολλά τοπωνύμια που έμειναν από αυτούς στη Σφαιρία και ιδίως στην Καλαυρία έχουν αρβανίτικη προέλευση. Η δε παραλία, από την Πούντα μέχρι το Προγυμναστήριο κατοικήθηκε για πρώτη φορά μετά το 1800.

Ο Πόρος, από το 1688 και καθ’ όλη τη διάρκεια του δεκαπενταετούς Ενετο-τουρκικού πολέμου, υπήρξε το ορμητήριο του Ενετού ναυάρχου Μοροζίνη, ο οποίος χρησιμοποιούσε το νησί ως ναύσταθμο του στόλου του. Εδώ και ο ίδιος έλαβε την είδηση ότι ανακηρύχθηκε Δόγης της Βενετίας (Ιούλιος 1688).

Γύρω στα 1700, κάτω από την πίεση των Τούρκων, πολλοί Έλληνες πέρασαν στην Ύδρα και στον Πόρο. Το γεγονός αυτό προκάλεσε και τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας σε αυτά τα νησιά, στα οποία μέχρι τότε ομιλείτο μόνο η αρβανίτικη διάλεκτος.

Ο δεύτερος εποικισμός του νησιού, που γίνεται το 1715 πάλι από Αρβανίτες, οι οποίοι αντιμετώπισαν τη μήνιν των Τούρκων επειδή είχαν συμπράξει με τους Βενετούς. Με την πάροδο του χρόνου, Αρβανίτες και Έλληνες δημιούργησαν μία νέα κοινωνία απαλλαγμένη από μίση και προστριβές, με ενιαία εθνική συνείδηση και κοινή ορθόδοξη θρησκεία.

Το νησί περιήλθε στην τουρκική κατοχή το 1718 με τη συνθήκη του Πασάροβιτς (Passarowitz), εκδιωχθέντων οριστικά των Ενετών. Έκτοτε ο Πόρος υπήγετο στην ηγεμονία του Καπουδάν Πασά, έχοντας πάντοτε έναν βοεβόδα (διοικητή).

Κατά την Επανάσταση του 1770 (Ορλωφικά) ο Αλέξης Ορλώφ είχε εγκαταστήσει το ναυαρχείο του στο νησί.

Στα 1806 η Ρωσία και η Τουρκία εισέρχονται και πάλι σε πόλεμο. Την εποχή αυτή οι Ρώσοι φτιάχνουν στον Πόρο το ναύσταθμο που τα ερείπιά του σώζονται ακόμα και σήμερα λίγο μετά το Νεώριο.

Στα χρόνια πριν από την κήρυξη της Επανάστασης το 1813, ο Πόρος όπως και η Ύδρα αλλά και τα υπόλοιπα νησιά, αντιμετώπισαν το μεγάλο πρόβλημα της απραξίας (ναυτική κρίση), εξαιτίας των προβλημάτων που παρουσιάστηκαν στο εμπόριο και γενικότερα στη ναυτιλία αυτής τη περιόδου. Οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι είχαν τερματιστεί. Το ναυτικό εμπόριο της Μεσογείου επανήλθε ξανά στα χέρια των Γάλλων και των Άγγλων, ενώ τα πλοία των νήσων έμεναν δεμένα στα λιμάνια.

Κατά τη διετία 1819-1820 το εμπόριο σημείωσε τη μεγαλύτερη πτώση κυρίως για τους Υδραίους και τους Σπετσιώτες, οι οποίοι διέθεταν μεγάλα πλοία που ταξίδευαν σε όλη τη Μεσόγειο, ακόμα και στη Μαύρη Θάλασσα, ενώ των Ποριωτών ήταν μικρότερα και ταξίδευαν σε μικρές αποστάσεις, συνεπώς και ο αντίκτυπος της κρίσης σε αυτούς ήταν ηπιότερος.

Ο ΠΟΡΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ

 Οι Ποριώτες Αγωνιστές έλαβαν μέρος όχι μόνο στον Αγώνα του ’21 αλλά και στην προετοιμασία του.

Ο Πόρος είχε εξαγοράσει την παρουσία βοεβόδα στο νησί και παράλληλα είχε κάνει επανειλημμένως προσπάθεια για τη δημιουργία Ελληνικού σχολείου. Οι μαρτυρίες αυτές μας έρχονται από τον Επιφάνιο Δημητριάδη, ο οποίος είχε προσκληθεί και δίδασκε στον Πόρο το 1788-89, και από τον Νικηφόρο Παμπούκη ο οποίος δίδαξε στο νησί το 1823-13.Το 1828 τον ξαναβρίσκουμε στον Πόρο να εκφωνεί έναν μεστό λόγο για την υποδοχή του Καποδίστρια στο νησί.

Τον Αύγουστο του 1818 ήλθαν στον Πόρο και την Ύδρα ως απεσταλμένοι της Φιλικής Εταιρείας ο Αναγνωσταράς και ο Ηλίας Χρυσοπαθής. Εδώ μύησαν τον μοναχό και διδάσκαλο Νικηφόρο Παμπούκη (1784-1840) και κατόπιν μύησαν τους εμπόρους και του καπεταναίους των καραβιών, σε αντίθεση με τους προκρίτους οι οποίοι ήσαν διστακτικοί. Ο Νικόλαος Παμπούκης αναφέρεται ως κατηχητής στη Φιλική Εταιρεία του Χατζηαναστάση Μάνεση και του Κυριάκου Δουζίνα. Ο αριθμός των Ποριωτών που ήταν μυημένοι στη Φιλική Εταιρεία είναι αξιόλογος.

Προύχοντες – καραβοκυραίοι αλλά και απλός λαός, είτε ως αξιωματικοί, είτε ως μπουλουξήδες ή ως ναύτες και στρατιώτες, από την πρώτη στιγμή βρέθηκαν στα μετερίζια του Αγώνα. Η δράση τους στην ξηρά αρχίζει με την κήρυξη της Επανάστασης και από τον Απρίλιο του 1821 συμμετέχουν ενεργά στην Ελληνική Επανάσταση. Επιπλέον, στις παραμονές του ξεσηκωμού και τα τρία νησιά (Πόρος, Σπέτσες, Ύδρα) είχαν άνδρες όχι μόνο απλώς εμπειροπόλεμους αλλά και δεμένους με συντροφικότητα, στοιχείο που βοήθησε στο να επανδρώνονται τα πλοία του Αγώνα με άνδρες όχι μόνον από το νησί του καραβοκύρη αλλά και από τα άλλα δύο νησιά και κυρίως του Πόρου. Πρέπει να ληφθεί υπ’όψιν ότι μεγάλος αριθμός πλοίων από την Ύδρα και τις Σπέτσες είχαν χειμερινό αγκυροβόλιο στον Πόρο, επειδή τα λιμάνια τους ήταν μικρά.

Έτσι, στον Πόρο υψώνουν τη Σημαία της Επανάστασης και οι κάτοικοί του με το όπλο στο χέρι ξεκινούν με ενθουσιασμό να πραγματοποιήσουν το όνειρο τόσων γενεών. Ήδη ο Πόρος από τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης είχε γίνει ο άτυπος πολεμικός ναύσταθμος του επαναστατημένου έθνους. Εκτός από τα πλοία και το προσωπικό που διέθεσε για την επάνδρωση του στόλου-αξιωματικούς, μπουλουξίδες ή γεμιτζήδες-, προσέφερε επί πέον τεχνίτες και υλικά χρήσιμα για τον Αγώνα.

Οι περισσότεροι ποριώτες, ανάλογα με τις δυνατότητές τους, οπλίζουν ο καθένας λίγους ή πολλούς στρατιώτες και εκστρατεύουν στην πολιορκία της Κορίνθου και Ακροκορίνθου τον Απρίλιο και τον Μάιο του 1821 μαζί με τους Αιγινίτες και τους Δερβενοχωρίτες και συνεχίζουν καθ’όλη τη διάρκεια του Αγώνα.

Οι καραβοκυραίοι διέθεσαν τα καράβια τους (Μάνεσης, Καπασάκης, Νίτης, Βέσης, Κοφινάς, Καραμάνης κ.α.), οι έμποροι τα χρήματα τους, και όλοι μαζί συμμετείχαν στη χρηματική επικουρία προς της υπέρτατη Διοίκηση διαθέτοντας 3.600 γρόσια στον έρανο που έγινε σε όλα τα νησιά του Αιγαίου, όπως αναφέρεται σε έγγραφο με ημερομηνία 22 Αυγούστου 1823 των δημογερόντων του Πόρου. Σε άλλο έγγραφο διαπιστώνουμε την οικονομική προσφορά των Ποριωτών μέχρι την 23η Δεκεμβρίου 1823 που ανέρχεται στο ποσό των 262.686 γροσιών. Και έτσι χωρίς ενδοιασμούς και υστεροβουλία θέτουν τους εαυτούς τους στην υπηρεσία της πατρίδας ενστερνιζόμενοι τον ιερό σκοπό, την ελευθερία της πατρίδας από τον τουρκικό ζυγό.

Κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, όπως είναι γνωστό, η Ύδρα έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στον κατά θάλασσα αγώνα του Έθνους. Εκεί φυλάσσονταν και τα ναυτικά εφόδια που χρειαζόταν ο στόλος. Τον Φλεβάρη όμως του 1827, επειδή οι Υδραίοι προσπαθούσαν επιμόνως να οικειοποιηθούν τα ναυτικά αυτά εφόδια, αποφασίστηκε η μεταφορά τους στον Πόρο. Έτσι οργανώθηκε στον Πόρο ένας υποτυπώδης ναύσταθμος. Μεταφέρθηκαν εδώ όπλα, πυροβόλα, σφαίρες, σχοινιά, πανιά, άγκυρες και μακαράδες, ενώ υγειονομικό και φαρμακευτικό υλικό έφτασε κατευθείαν από τη Μασσαλία.

Εκεί η Ναυτική Επιτροπή τον Φεβρουάριο του 1827 νοίκιασε αποθήκες και ναύλωσε ένα ψαριανό μπρίκι για να μεταφέρουν τα εφόδια από την Ύδρα, επειδή ο τουρκικός στόλος είχε εκπλεύσει και αναμενόταν επίθεση κατά της Ύδρας και των Σπετσών αλλά κυρίως φοβούμενοι το πλιάτσικο των Υδραίων. Και έτσι από τη στιγμή αυτή ο Πόρος γίνεται ο άτυπος αλλά ουσιαστικός ναύσταθμος του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Εκεί θα εγκατασταθεί και η επιτροπή των βοηθημάτων (Heideck, Baily και ο Έλληνας τραπεζίτης Ξένος, βοηθός του Goss).

Στον Πόρο κατασκευάστηκαν κεντρικές αποθήκες, όπου κατέφθαναν τα εφόδια από τα ξένα Φιλελληνικά Κομιτάτα, κυρίως τα αμερικανικά, για να διανεμηθούν στους αμάχους και λιμοκτονούντες Έλληνες που δεινοπαθούσαν. Το πρώτο φορτία φτάνει από την Αμερική στον Πόρο στις 19 Μαΐου 1827 και ξεφορτώνει κατόπιν συνεννοήσεως με τον Μιαούλη και τον Κανάρη. Στη συνέχεις εδώ καταφθάνουν και οι περισσότερες από τις οκτών αποστολές εφοδίων που έρχονται από την Αμερική.

Στον Πόρο ήλθε τον Ιούνιο του 1827 ο J.Miller (πρώτος Αμερικανός φιλέλληνας) με μεγάλες προμήθειες, όπως και ο συμπατριώτης του Henry Post, απεσταλμένος των Φιλελληνικών Κομιτάτων της Νέας Υόρκης, για να διανείμει τα βοηθήματα.

Την εποχή εκείνη ο Πόρος φιλοξενεί πολλές δεκάδες πρόσφυγες. Εδώ ο Αμερικανός S. Howe σε συνεννόηση με τους συμπατριώτες του Russ και J.Miller κτίζουν το πρώτο Ναυτικό Νοσοκομείο, τα εγκαίνια του οποίου έγιναν στις 25 Νοεμβρίου 1827 από τον επίσκοπο Δμαλών (Τροιζηνίας) Ιωνά.

Ο Πόρος εθεωρείτο όχι μόνον το ασφαλέστερο λιμάνι αλλά και το πιο ασφαλές και ήσυχο μέρος. Για τον λόγο αυτό και η επιτροπή της Γ’ Εθνοσυνέλευσης, από το Ναύπλιο, την 2α Αυγούστους 1826, με την υπ’αρ.112 εγκύκλιο της, ασχέτως αν αυτή δεν έγινε αποδεκτή, αναφέρει: «….εκρίθη αρμόδιος τόπος δια τας συνεδριάσεις η νήσος Πόρος, της οποίας η Ασφάλεια, η κεντρική και απηλαγμένη πάσης οχλικής συρροής θέσις θέλει συντρέξει πολύ, εις το να επιταχυνθεί η εκτέλεσις των εργασιών της συνελεύσεως».

 Αλλά και η Αντικυβερνητική επιτροπή, που αναδείχθηκε από τη Συνέλευση της Τροιζήνας τον Απρίλιο του 1827, όρισε ως έδρα της τον Πόρο από τις 15 Απριλίου 1827, όπου και παρέμεινε έως τις 16 Ιουνίου 1827 και ασκούσε προσωρινά την εξουσία μέχρι την άφιξη του Ι. Καποδίστρια στην Ελλάδα. Εδώ έγινε το φθινόπωρο του ίδιου έτους η διάσκεψη των πρεσβευτών των Τριών Προστάτιδων Δυνάμεων