ΚΕΝΤΡΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΠΟΡΟΥ

KEPOROS

Ο  πρώτος  Ναύσταθμος του Ναυτικού στον Πόρο

(του Γιάννη Μανιάτη)

Η από μέρους μου μελέτη της ιστορίας, της οργάνωσης και των δραστηριοτήτων του Ναυστάθμου του Πόρου είναι για μένα ευχαρίστηση, αλλά και μία πρόκληση για πολλούς λόγους: Και γιατί είμαι Ποριώτης, και γιατί προέρχομαι από το Πολεμικό Ναυτικό, αλλά και γιατί στα πλαίσια της ενασχόλησης μου με τη Δημοτική μας Βιβλιοθήκη και με το Τοπικό Αρχείο Πόρου, είχα πολλές ευκαιρίες να ερευνήσω και να μελετήσω σε έκταση το αντικείμενο. Έτσι ώστε να είμαι σήμερα σε θέση να παρουσιάσω τα στοιχεία μου για τον πρώτο εθνικό Ναύσταθμο, το πώς ιδρύθηκε, οργανώθηκε και αναπτύχθηκε τα πρώτα δύσκολα χρόνια μετά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους.

 

Η λέξη Ναύσταθμος, ο σταθμός των νηών,  χρησιμοποιείται από το Ναυτικό ήδη από τα αρχαία χρόνια και σημαίνει το φυσικό λιμάνι που παρέχει ασφάλεια για ελλιμενισμό, επισκευές και εφοδιασμό με κάθε είδους υλικά των πολεμικών πλοίων.

 

Στην Αρχαιότητα οι Έλληνες είχαν τα νεώρια σε φυσικούς όρμους για τη ναυπήγηση των πλοίων τους και τους νεωσοίκους για τη φύλαξή τους.

 

Οι Βυζαντινοί είχαν αρκετές περιόδους αναπτύξει ένα πλούσιο δίκτυο ναυτικών βάσεων σε μεγάλα και μικρότερα νησιά των θαλασσών όπου εκτεινόταν η επικράτειά τους, για τις επισκευές και τον εφοδιασμό των πλοίων τους, εξασφαλίζοντας μία αξιοθαύμαστη ναυτική ετοιμότητα και αποτελεσματική κινητοποίηση. Η αρχαιολογική σκαπάνη αποκάλυψε πως μία από τις βάσεις ανεφοδιασμού ήταν και η νησίδα Μπούρτζι στον ανατολικό όρμο Πόρου με το παλιό βυζαντινό κάστρο της.

 

Στην Επανάσταση του ’21 η συγκρότηση του Ελληνικού Στόλου βασίστηκε, ως γνωστό στις πρωτοβουλίες των τριών ισχυρών κατά θάλασσα νησιών και λιγότερο στη συνδρομή άλλων νησιών και παράκτιων πόλεων. Στον Αργοσαρωνικό ο ελλιμενισμός και η συντήρηση των πλοίων χρειαζόταν ασφαλή όρμο. Και ο προσφορότερος όρμος γι’ αυτό ήταν ο Πόρος με το μεγάλο και ασφαλές από τους καιρούς και τον εχθρό λιμάνι του και τις προσβάσιμες για ανελκύσεις σκαφών γύρω ακτές του. Εξ ου και η ανέκαθεν προτίμησή του από τα γύρω νησιά. Ας δούμε όμως πώς φτάσαμε στην εγκατάσταση του πρώτου Ναυστάθμου στον Πόρο.

 

Ήδη από το 1826 ιδρύθηκε στο Παρίσι από τον Ελβετό φιλέλληνα Εϋνάρδο το Φιλελληνικό Κομιτάτο, το οποίο συγκρότησε Ναυτική Επιτροπή από τους ναυάρχους Ανδρέα Μιαούλη και  Μανώλη Τομπάζη και τον Ελβετό γιατρό Αντρέ-Λουΐ Γκος για τη διαχείριση των βοηθημάτων σε τροφές και πολεμοφόδια που συγκέντρωσε το Κομιτάτο για την υποστήριξη του Αγώνα. Η επιτροπή αυτή εγκαταστάθηκε αρχικά στην Ύδρα από τον Δεκέμβριο του 1826. Οι συχνές απουσίες όμως των ναυάρχων στις τρέχουσες ναυτικές επιχειρήσεις δημιούργησαν διαχειριστικά προβλήματα στον Γκος, λόγω του αφόρητου παρεμβατισμού κάποιων Υδραίων στη διανομή των εφοδίων, έτσι ώστε η Επιτροπή τον Φεβρουάριο του 1827 μεταφέρεται τελικά στον Πόρο, όπου και ανασυγκροτείται συμπληρούμενη επί πλέον από τους φιλέλληνες Βαυαρό Συνταγματάρχη Έιδεκ (ή επί το σωστότερο Χάιντεκ), τον Κέρριγκ Χόφμαν από στη Βεστφαλία και τον Γάλλο γιατρό Μπαϊγύ.

 

Από τον Μάρτιο του 1827 ο Γκος ορίζεται Επιμελητής του Στόλου από τον ναύαρχο Κόχραν  και, επί ένα χρόνο μέχρι την αποχώρησή του τον Μάρτιο του 1828 λόγω προσβολής του από ελονοσία, οργανώνει ένα υποτυπώδες μεν, αλλά αρκετά αποτελεσματικό για τα δεδομένα της εποχής, εφοδιαστικό κέντρο μέσα στην πόλη του Πόρου, στο χώρο του σημερινού Γυμνασίου, στεγασμένο σε γειτονικά ιδιωτικά κτίσματα και πρόχειρα παραπήγματα που κατασκεύασε και περιέφραξε με ξύλινο φράκτη. Μέσα στον περιφραγμένο χώρο, με τη βοήθεια των μελών της Επιτροπής Μανώλη Τομπάζη και Κέριγκ Χόφμαν, έφτιαξε φούρνους για ψωμί και διπυρίτη (γαλέτα), ραφείο για τον ιματισμό των πληρωμάτων, νεώριο με μικρή εσχάρα για ανέλκυση και συντήρηση των σκαφών και αποθήκες για όπλα, πυροβόλα, πυρομαχικά, και υλικό αρμένων (ξυλεία, σχοινιά, πανιά, άγκυρες, τροχαλίες, κλπ). Επίσης ο Γκος οργάνωσε τη στρατολογία των πληρωμάτων και συγκρότησε συνεργεία επισκευών των πλοίων, ενώ με τη συνδρομή του Γάλλου γιατρού Μπαγύ έφτιαξε σε ιδιωτικά κτίσματα φαρμακείο με υγειονομικό και φαρμακευτικό υλικό, αλλά και υποτυπώδες θεραπευτήριο για την περίθαλψη ασθενών και τραυματιών. Ο εκκλησιασμός του προσωπικού γινόταν στο παρακείμενο εκκλησάκι των Εισοδίων της Θεοτόκου, που τα αρχιτεκτονικά του στοιχεία μαρτυρούν ότι πρέπει να χτίστηκε αυτή την περίοδο, είτε για το σκοπό αυτό, είτε για τον εκκλησιασμό του Κυβερνήτη Καποδίστρια, που διέμενε σε διπλανό αρχοντικό. Η από θαλάσσης φύλαξη της εγκατάστασης οργανώθηκε από βάρκες με πυροβόλα που περιπολούσαν στις γύρω ακτές. Τέλος, στην ακτή του σημερινού Μεγάλου Νεωρίου, που από τότε διατηρεί την τοπωνυμία του, κατασκευάστηκε ναυπηγική εσχάρα, στην οποία τα επόμενα πενήντα χρόνια που ο Ναύσταθμος παρέμεινε στον Πόρο, ναυπηγήθηκε μία σειρά από 27 μάχιμα πλοία του Στόλου μεσαίου (400-700 τον.) έως και μεγάλου εκτοπίσματος (700-1000 τον.), καθώς και πολλά άλλα μικρότερα σκάφη.

 

 Μετά την αποχώρησή του Γκος από την Επιτροπή τον Μάρτιο του 1828 λόγω ασθενείας, ο Κυβερνήτης Καποδίστριας που στο μεταξύ ήλθε στην Ελλάδα και ανέλαβε καθήκοντα, τοποθέτησε στο τμήμα των Πολεμικών του «Πανελληνίου» όπως ονομάστηκε η πρώτη κυβέρνησή του, τον Σπετσιώτη Νικόλαο Χατζή-Γιάννη Μέξη και τον Απόστολο, γιο του Ψαριανού ναυάρχου Νικολή Αποστόλη. Το τμήμα Πολέμου διευρύνθηκε με πολιτικά πρόσωπα και διαμορφώθηκε στο «Γενικό Φροντιστήριο» με χωριστές αρμοδιότητες στα θέματα Στρατού και Ναυτικού. Τότε ανασυγκροτήθηκε και η «Επί των Ναυτικών Επιτροπή»  με το νέο της όνομα και στελεχώθηκε από τον Βρετανό αξιωματικό Ναυτικού Φρανκ Άστιγξ και τον Υδραίο ναύαρχο Μανώλη Τομπάζη. Ο Άστιγξ, συνέταξε τα σχέδια για μία ουσιαστική ναυπηγοεπισκευαστική εγκατάσταση στον Πόρο, και επίσης συνέταξε και τους πρώτους Κανονισμούς του Ναυτικού κατά τα αγγλικά πρότυπα. Δυστυχώς ο Άστιγξ που ήταν παράλληλα και κυβερνήτης του πρώτου ελληνικού ατμοπλοίου «ΚΑΡΤΕΡΙΑ», δεν πρόλαβε να υλοποιήσει τα σχέδια αυτά, γιατί λίγο αργότερα τραυματίστηκε θανάσιμα στο πόδι σε ναυτική συμπλοκή του Αγώνα στον Κορινθιακό και σε λίγες μέρες υπέκυψε. Το μνημείο του με αναθηματική στήλη βρίσκεται σήμερα στο ΚΕ/ΠΟΡΟΣ.

 

Τα σχέδια του Άστιγγα υλοποιήθηκαν σταδιακά τα επόμενα χρόνια, χάρη και στην μεγάλη προσφορά του ναυάρχου Μανώλη Τομπάζη τόσο στα οργανωτικά του Ναυστάθμου, όσο και στη μετατροπή των πλοίων του πρώην τρινησίου στόλου της Επανάστασης σε πλοία με τον πολεμικό χαρακτήρα που τους έλειπε. Τον Άστιγγα ως μέλος της Ναυτικής Επιτροπής αντικατέστησαν στελέχη από τα άλλα δύο ιστορικά νησιά: ο Σπετσιώτης Νικόλας Γκίκα Μπότασης και ο Ψαριανός Νικόλας Γιαννίτζης.  Η Επιτροπή ανασυστάθηκε πάλι τον Οκτώβρη του 1829 με τον νέο της τίτλο «Ναυτική Υπηρεσία του εν Πόρω Ναυστάθμου» και στελεχώθηκε από τον Υδραίο Γιώργο Σαχτούρη, τον Σπετσιώτη Γεωργάκη Ανδρούτσο και τον Ψαριανό μπουρλοτιέρη Κωσταντή Κανάρη. Την ίδια εποχή στη διεύθυνση του Ναυστάθμου υπάγονταν οι παρακάτω υπηρεσίες, όπως περιγράφονται σε αναφορά της εποχής:

Α. Η Υπηρεσία επί του υλικού  (Διεύθυνση Υλικού)

Β. Η Υπηρεσία επί των επισκευών & αποσκευών  (Διεύθυνση Τεχνικού) στην οποία υπαγόταν το εργοστάσιο του Ναυστάθμου και λειτουργούσε με τα«μαγαζεία»  (συνεργεία): Φαναρτζή,  Οπλοποιού,  Σιδηρουργών & Κλειδαράδων, Μηχανουργών,   Μηχανουργών Τόρνου, και  Βουτσάδων (Καδοποιών - Βαρελοποιών).

Γ. Το Γραφείο Καταστίχων  (Διεύθυνση Οικονομικού)

Δ. Η Γραμματεία

Ε. Η επιστασία & υποεπιστασία υλικών (Διαχειρίσεις Υλικών)

Στ. Η επί των ναυτών του Ναυστάθμου Επιστασία (Γενική Επιστασία)

Η.  Η επιστασία των φούρνων.

 

Το Διοικητήριο του Ναυστάθμου στεγάστηκε σε γειτονικό κτίριο που διέθεσε ο Υδραίος ναύαρχος Γεώργιος Σαχτούρης. Το κτίριο κτίστηκε γύρω στα 1830 με σχέδια και εποπτεία από τον Ολλανδό αρχιτέκτονα Σαρλ ντε Σωμπούργκ, ο οποίος έχτισε και το νέο κτήριο του σχολείου του Πόρου, και έκανε και πολλά άλλα δομικά και εξωραϊστικά δημόσια έργα στο νησί.     

 

Τέλος, με εντολή του Καποδίστρια ανακατασκευάστηκε και εξοπλίστηκε με πυροβολεία το παλιό Βυζαντινό ναυτικό οχυρό της νησίδας Μπούρτζι, στον ανατολικό όρμο του νησιού, που έμελλε να παίξει σοβαρό ρόλο στη θλιβερή ανταρσία του Μιαούλη τον Αύγουστο του 1831 κα να ανατιναχτεί και το φρούριό του.

 

Στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση τον Ιούλιο του 1829 στο Άργος, ο αρμόδιος Υπουργός Ναυτικών Αλεξ. Μαυροκορδάτος κατάθεσε Έκθεση επί της λειτουργίας και των προβλημάτων του Ναυστάθμου. Εκεί διαφαίνεται ότι επίσημα πλέον ο Ναύσταθμος αρχίζει να διαδραματίζει τον ιστορικό του ρόλο στο νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος.  Στην έκθεση επισημάνθηκαν οι δυσχέρειες που αντιμετώπιζε το προσωπικό του Ναυστάθμου για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των πλοίων, λόγω της ελλείψεως πόρων, της διασποράς του υλικού, αλλά κυρίως λόγω του ανεπαρκούς χώρου ανάπτυξης των υπηρεσιών, σε συσχετισμό με τις συνεχώς αυξανόμενες ανάγκες.

 

Έτσι αποφασίστηκε και δρομολογήθηκε αμέσως μετά την Εθνοσυνέλευση η μεταφορά του Ναυστάθμου από τη σημερινή θέση του Γυμνασίου, στη θέση Στενό, στο ΒΑ άκρο της Σφαιρίας, στην αμμώδη ακτή μεταξύ του σημερινού γηπέδου και πλαζ νεκροταφείου που τότε ήταν ενωμένη, αλλά ανοικτή στους ΒΑ καιρούς του όρμου Μοναστηρίου.

 

Ο Κυβερνήτης έδειχνε συνεχώς το έντονο ενδιαφέρον τουγια τα έργα της νέας εγκατάστασης του Ναυστάθμου, που άρχισαν αμέσως και με την προσωπική του εποπτεία και με αρχιτέκτονα και μηχανικό τον Ολλανδό βαρώνο Σωμπούργκ.  Παρά το ότι όμως τα έργα άρχισαν αμέσως, και αφού δαπανήθηκαν και 62.000 φοίνικες επί πλέον, το 1830 η απόφαση μετεγκατάστασης επανεξετάστηκε, η τοποθεσία κρίθηκε τελικά αλίμενη και επισφαλής στους καιρούς και σε αιφνίδιες  εχθρικές επιδρομές, κι έτσι τα έργα σταμάτησαν. Τότε o Καποδίστριας ζήτησε να αγοράσει από τους Ρώσους τις αποθήκες τους που ήταν ήδη χτισμένες στη σημερινή θέση του ΚΕ/ΠΟΡΟΣ (στο σημερινό χώρο του θεραπευτηρίου και της εκκλησίας), για την εκεί μεταφορά του Ελληνικού Ναυστάθμου. Η Ναυτική Ρωσική Υπηρεσία έχτισε νέες αποθήκες στον γραφικό όρμο του Ρωσικού Ναυστάθμου, όπως από τότε ονομάζεται, κοντά στη δυτική είσοδο του λιμανιού (το Μπογάζι), και οι εγκαταστάσεις τους μεταφέρθηκαν οριστικά εκεί, από τις αρχές του 1831, ενώ οι παλιές αποθήκες τους στο ΚΕ/ΠΟΡΟΣ αγοράστηκαν τελικά αργότερα από το Πολεμικό Ναυτικό, στα 1834.

 

Η έναρξη των έργων για τη μεταφορά του Ναυστάθμου από το κέντρο της πόλης στην τελική του θέση καθυστέρησε, αφού ακολούθησε η έκρυθμη κατάσταση του καλοκαιριού του 1831. Οι Υδραίοι και ο Μαυροκορδάτος, αμφισβήτησαν ως ανελεύθερη την πολιτική του Καποδίστρια, και ακολούθησε η ανταρσία του Μιαούλη στον Ναύσταθμο του Πόρου, η ανατίναξη 2 πλοίων του Εθνικού Στόλου στο λιμάνι και του οχυρωμένου φρουρίου στη νησίδα Μπούρτζι την 1η Αυγούστου από τον ίδιο τον άλλοτε ναυμάχο του ’21, ενώ η δολοφονία του Κυβερνήτη από τους Μαυρομιχαλαίους ενάμιση μήνα αργότερα επέτεινε την αναρχία και το χάος.

 

Από τον Δεκέμβριο του 1831, εποχή που συγκλήθηκε και η Ε΄ Εθνοσυνέλευση στο Άργος,  αρχίζουν παράλληλα και τα νέα έργα για την μετεγκατάσταση του ναυστάθμου στη νέα του θέση ΒΔ της Σφαιρίας, με αξιοποίηση και των κτισμάτων και παραπηγμάτων που άφησαν οι Ρώσοι αποχωρώντας. Βόρεια του θεραπευτηρίου φτιάχτηκε από τον Μανώλη Τομπάζη μεγάλη αποθήκη που αργότερα έγινε λεβητοποιείο. Δυτικότερα, προς την νησίδα, ο Κανάρης έφτιαξε καμίνι για τις ανάγκες των πρώτων ατμοπλοίων του Στόλου σε κάρβουνο. Για κάλυψη των αναγκών σε νερό, υπήρχε ήδη από το 1829 μελέτη κατασκευής αγωγού προς τον νέο ναύσταθμο από τις πηγές Βρυσούλας-Άγιου Στάθη σε βορειότερο λόφο, έργο όμως που τελικά υλοποιήθηκε αρκετά χρόνια αργότερα.

 

Τα στελέχη που υπηρετούσαν στον Ναύσταθμο του Πόρου κατά την πρώιμη αυτή περίοδο της λειτουργίας του, αναγράφονται στο «Μητρώον των προ του 1837 Αξ/κών & Υπαξ/κών του ΠΝ», που διέσωσαν ο αείμνηστος συνάδελφος στο Ναυτικό Ιω. Λαζαρό-πουλος στην ιστορική του μελέτη: «Το ΠΝ της Ελλάδος»  και το περιοδικό «Ναυτ. Επιθεώρηση»

 

Για τη ηθική και οικονομική αποκατάσταση των αγωνιστών του ’21 συστάθηκαν στον Πόρο δύο τιμητικά σώματα:

  Α. Το Ταξιαρχικόν Ναυτικόν Τάγμα, το 1831 για την ηθική και οικονομική αποκατάσταση όσων ναυτικών αγωνιστών του ’21 δεν είχαν ήδη αποκατασταθεί. Στο Τάγμα κλήθηκαν για κατάταξη οι διευθυντές, δηλαδή οι κυβερνήτες των πλοίων, που κατά την Επανάσταση υπηρέτησαν «άνευ αντιμισθίας», όπως έλεγαν τότε, δηλαδή δεν είχε λογιστεί η υπηρεσία τους και δεν εδικαιούντο ηθικών και οικονομικών απολαβών. Επελέγησαν τελικά για κατάταξη στο Τάγμα 26 άτομα συνολικά: ήτοι 7 Υδραίοι και 19 Σπετσιώτες αγωνιστές της Εθνεγερσίας του ’21.

 Β. Για τα κατώτερα πληρώματα που είχαν πολεμική δράση κατά τον Αγώνα, ιδρύθηκε αργότερα, επί Αντιβασιλείας, ένα δεύτερο σώμα, το Σώμα των Πρεσβυτών (Βετεράνων), στο οποίο εντάχτηκαν όσοι παλαίμαχοι γενναίοι ναυτικοί, που ως κατώτερα κυρίως πληρώματα πλοίων είχαν πολεμική δράση στην Επανάσταση, και δεν είχαν αποκατασταθεί μέχρι τότε στο Ναυτικό. Πολλοί ναυτικοί της κατηγορίας αυτής, απόμαχοι των ηρωικών ναυτικών αγώνων, έδωσαν το παρόν και σ’ αυτό το σώμα.

 Η Ναυτική Υπηρεσία του εν Πόρω Ναυστάθμου διατηρήθηκε με αυτή την ονομασία μέχρι το 1833, οπότε συγκροτήθηκε από τον Όθωνα το Διευθυντήριο επί των Ναυτικών με διττή υπόταση Ναυαρχείου και Ναυστάθμου. Πρώτος διευθυντής του Διευθυντηρίου τοποθετήθηκε ο ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης. Η διοικητική διάρθρωση του Διευθυντηρίου φαίνεται παρακάτω:

 

·        Διευθυντής(αξ/κός ΠΝ)

 

·        Έφορος Λιμένα(αξ/κός ΠΝ)

 

·        Έφορος προσωπικού & Επιθεωρήσεων(αξ/κός ΠΝ)

 

·        Έφορος νεωρίου(αξ/κός ΠΝ)

 

·        Ελεγκτής(αξ/κός οικον. ΠΝ )

 

·        Επί του Οπλοστασίου

 

·        Τροφοδότης

 

·        Ταμίας

 

·Γραμματεύς Εφορίας και επί θεμάτων καταχωρήσεως (απογραφών)

 Επί πλέον υπηρετούν και 2 λογιστές, 4 υπογραμματείς, 3 αντιγραφείς στο γραφείο του Διευθυντηρίου και οι επιστάτες αποθηκών. Έτσι για πρώτη φορά στον Ναύσταθμο του Πόρου γίνεται τέτοια επιστημονική διάρθρωση και κατανομή υπηρεσιών που εξασφαλίζει αποτελεσματικότητα στη λειτουργία του Ναυστάθμου και στις παρεχόμενες εξυπηρετήσεις προς τα πλοία.

 Θα ήταν παράληψη αν, μιλώντας για τον πρώτο ναύσταθμο του Ναυτικού στον Πόρο, δεν αναφερόμουνα στο Διοικητήριο του Ναυστάθμου και το περίφημο νεοκλασικό «Παλάτι».  Στον αρχικό χώρο του Ναυστάθμου τα πρώτα χρόνια, το διοικητήριο ήταν σε ένα άθλιο παράπηγμα στο κέντρο των εγκαταστάσεων.

Το γειτονικό στις πρώτες εγκαταστάσεις του Ναυστάθμου αρχοντικό του ναυάρχου Σαχτούρη (σήμερα οικία Δεϊμέζη-Καρρά) φαίνεται πως κάλυψε αρχικά τις ανάγκες Διοικητηρίου και Λέσχης Αξ/κών μέχρι την αποπεράτωση του «Παλατιού». Τούτο ενισχύεται και από τις ντόπιες προφορικές παραδόσεις του νησιού. Το Παλάτι κτίστηκε μεταξύ 1844-49 από τον ανθυπολοχαγό μηχανικού Α. Γεωργαντά. Η κατασκευή του είναι πιθανόν να βασίστηκε σε σχέδιο του διάσημου Βαυαρού αρχιτέκτονα Χριστιανού Χάνσεν, όπως αναφέρεται στο Μητρώο του ΚΕ/ΠΟΡΟΣ για χρήση ως θερινό ανάκτορο του Όθωνα, δεν έχει όμως επιβεβαιωθεί η προέλευση της πληροφορίας. Να σημειώσω πως το 1949 γιορτάστηκαν τα 100 χρόνια από την αποπεράτωσή του Παλατιού με μεγάλη εκδήλωση στον Πόρο, στην οποία παρέστησαν και οι τότε βασιλείς, η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του Ναυτικού και η τοπική κοινωνία του Πόρου. (Βλέπουμε κάποιες φωτό από τότε, στο αρχοντικό του Μανώλη Τομπάζη, όπου γιορτάστηκε μέρος της εκδήλωσης).

Το 1843 το Διευθυντήριο επί των Ναυτικών ονομάστηκε Ναυτικόν Διευθυντήριον με υποτεταγμένες υπηρεσίες τον Ναύσταθμο, τον Λόχο Τεχνιτών, το Λόχο Πρεσβυτών, το Ναυτικό Νοσοκομείο Πόρου και το Ναυτοδικείο.

 

   Ο Ναύσταθμος παρέμεινε στον Πόρο μέχρι το 1878, οπότε οι οξυμένες Ελληνο-Οθωμανικές σχέσεις και ο ευρύτερος σκοτεινός γεωπολιτικός ορίζοντας λόγω του Κριμαϊκού πολέμου, δημιούργησαν φόβους απειλών προσβολής του Ναυστάθμου και ανάγκασαν την ηγεσία να μεταφέρει επειγόντως τις εγκαταστάσεις του στην καλύτερα φυλασσόμενη περιοχή της Φανερωμένης Σαλαμίνας, ενώ η εγκατάσταση στον Πόρο μετατράπηκε σε Κέντρο Εκπαιδεύσεως που παραμένει μέχρι και σήμερα. Μετά από 3 χρόνια το 1881 ο Ναύσταθμος μεταφέρθηκε οριστικά στη θέση «Αράπης» Σαλαμίνας, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα.

 

Ο θεσμός του Ναυτικού Διευθυντηρίου διατηρήθηκε μέχρι το 1884, επί εποχής Χαριλάου Τρικούπη. Αυτή την περίοδο αναδιαρθρώθηκε ριζικά η οργανωτική δομή των Ενόπλων δυνάμεων, και ιδιαίτερα του Ναυτικού με την ίδρυση της ΣΝΔ, την παραγγελία στη Γαλλία των 3 νέων θωρηκτών, την πρόκτηση άλλων πλοίων του Στόλου κλπ. Έτσι μπήκαν τα θεμέλια για την ενίσχυση της Ελληνικής ναυτικής Δύναμης, που 3 δεκαετίες αργότερα, υπό την οξυδερκή κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου και την εμπνευσμένη ηγεσία του Στόλου από τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη θα επιχειρούσε το μεγάλο και νικηφόρο άλμα των Βαλκανικών Πολέμων 1912-13.

 

 

 

 

 

                                                                     Γιάννης   Μανιάτης

Πόρος,  2 Ιουνίου 2012

 

 

 

 

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:   

  1. «ΤΟ ΠΟΛΕΜΙΚΟΝ ΝΑΥΤΙΚΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ»  Ι. Λαζαρόπουλου, εκδ. «ΝΑΥΤ. ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ» 1936
  2. «ΤΟ ΝΑΥΤΙΚΟ ΤΟΥ 21»  Ι. Μελετόπουλου, εκδ.  Εμπορικής Τραπέζης,  Αθήνα   1971
  3. «ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΙΑ ΤΟΥ 1821» Αντιναυάρχου Π. Ε. Κώνστα εκδ. Α. Ν.   Αθήναι 1971.
  4. «Το πολεοδομικό, αρχιτεκτονικό και εξυγιαντικό έργο του πρώτου Κυβερνήτου της Ελλάδος στον     Πόρο 1828-1831» της Ε. Κούκκου στα «Πρακτικά 1ου Διεθνούς Συνεδρίου Αργοσαρωνικού» τ. Γ΄, δήμος Πόρου, Αθήνα 2008.
  5. περιοδικό «ΝΑΥΤ. ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ»  τεύχος 492,  Μαρτίου-Απριλίου 1995
  6. «ΠΟΡΟΣ – Ναύσταθμος & Εκπαιδευτήριο του ΠΝ» Ι.  Ρούσκα, εκδ.  ΓΕΝ  Αθήνα 1989.
  7. «ΣΠΕΤΣΙΩΤΕΣ ΝΑΥΜΑΧΟΙ»  π. Ανδρέα Κουμπή, τόμοι Α, Β, εκδ. Πολιτιστικού  Συλλόγου  Σπετσών  2003, 2007
  8. «ΠΟΡΟΣ – Το ωραίο νησάκι νάτο » Γ. Αθανασίου, εκδ. δήμου Πόρου 2007