ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

agios Georgios

Ο μητροπολιτικός ναός του Αγ. Γεωργίου Πόρου βρίσκεται στο κέντρο της απάνω πόλης του Πόρου και είναι ευρέως γνωστός εξ αιτίας των αγιογραφιών που έχει φιλοτεχνήσει ο Κωστής Παρθένης. Η παλαιότερη γραπτή αναφορά που γίνεται από τα σωζόμενα έγγραφα για τον ναό είναι στην απογραφή πληθυσμού του νησιού του έτους 1828 επί των ημερών του Κυβερνήτου Ιω. Καποδίστρια. Στην ενορία του ναού αναφέρονται 97 ενορίτες με τις οικογένειές τους, σύνολο 358 άτομα.

Όμως, η εκκλησία αυτή πρέπει να είναι πολύ παλαιότερη. Και τούτο συνάγεται από τον παρακάτω συλλογισμό: Ο ναός ανήκε σε μία πεντάδα ενοριακών από παλιά ναών που υπήρχαν μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα και απείχαν ελάχιστα μεταξύ τους. Σήμερα από τους πέντε ναούς έχουν επιβιώσει μόνον οι τρεις (Αγ. Γεώργιος, μικρή Ευαγγελίστρια και Αγ. Ματθαίος). Η πεντάδα αυτή μαζί με το δίδυμο των ναών Κοιμήσεως και Αγ. Ιωάννου Καστελιού, βρίσκονται μέσα στο παλαιότερα κτισμένο τμήμα της πόλης, το κτίσιμο του οποίου, σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, τοποθετείται στα μέσα του 15ου αιώνα. Το τμήμα αυτό πρέπει μάλιστα να περιβαλλόταν και από χαμηλό οχυρωματικό τείχος για την προστασία της πόλης από εισβολείς πειρατές, που ελυμαίνοντο τότε όλα τα παράκτια μέρη. Εξ ου και το τοπωνύμιο ‘‘Καστέλι’’ της συνοικίας γύρω από το Ρολόι που έχει διατηρηθεί μέχρι τις μέρες μας. Γιατί λοιπόν σε ένα μικρό οικισμό μερικών εκατοντάδων κατοίκων να υπήρχαν 5 ναοί δίπλα-δίπλα χτισμένοι, και μεγέθους σχετικά μεγάλου για τα τότε οικιστικά δεδομένα;

Στο χώρο που οικοδομήθηκε η πεντάδα των ναών πρέπει να υπήρχε αρκετό μαρμάρινο δομικό υλικό, διότι τόσο στους τρεις εναπομείναντες σήμερα ναούς της πεντάδας, όσο και τα γύρω σπίτια και στην πλακόστρωση του εδάφους της περιοχής ανευρίσκουμε κομμάτια μαρμάρου. Το μαρμάρινο δομικό υλικό πρέπει να προήλθε από αρχαίο ναό που βρισκόταν εκεί, πιθανότατα από το ναό της Απατουρίας Αθηνάς. Όπως περιγράφεται από τους αρχαίους συγγραφείς και περιηγητές Παυσανία και Στράβωνα, η Αθηνά λατρευόταν από τους κατοίκους της Τροιζήνας σε ναό που υπήρχε στην Ιερά νήσο ή Σφαιρία, το νησί όπου σήμερα είναι χτισμένη η παλαιά πόλη του Πόρου. Πιθανότατα λοιπόν οι πρώτοι κάτοικοι, όταν έφτασαν στην ακατοίκητη μέχρι τότε Σφαιρία, να έκτισαν στο χώρο των ερειπίων του αρχαίου ναού πέντε χριστιανικούς ναούς κοντά-κοντά, αφ’ ενός για να ξεριζώσουν και τα τελευταία δείγματα της αρχαίας λατρείας, και αφ’ ετέρου γιατί βρήκαν και έτοιμο δομικό υλικό. Τούτο επαληθεύεται από το γεγονός ότι σε πολλά μέρη της Ελλάδος είναι κτισμένοι χριστιανικοί ναοί, επάνω στα ερείπια αρχαίων τόπων λατρείας.

Ο πρωτόκτιστος ναός του Αγ. Γεωργίου θα ήταν σίγουρα αρκετά μικρότερος του σημερινού, περίπου στο μέγεθος του γειτονικού ναού της Ευαγγελίστριας, και ίσως σωστά προσανατολισμένος, αφού όταν πρωτοκτίστηκε, θα υπήρχε επαρκής για τις τότε λειτουργικές ανάγκες χώρος. Όταν το 1861 αποφασίστηκε η επαναδόμησή του με μεγαλύτερο μέγεθος, είχαν ήδη χτιστεί τα γύρω ιδιόκτητα σπίτια, οπότε κατ’ ανάγκη αναπτύχθηκε στη σημερινή του διεύθυνση βορρά-νότου, όπου προφανώς υπήρχε διαθέσιμος χώρος τόσο για μεγαλύτερο ναό, όσο και για δημιουργία πλατείας εμπρός στην κεντρική του είσοδο.

Τοιχογραφίες

Στην κλείδα του τρούλου και εντός χρυσού βάθους εικονίζεται ο Παντοκράτωρ, εγγεγραμμένος σε κύκλο, διακοσμημένο με γεωμετρικά σχήματα. Αποδίδεται στον συνήθη από την βυζαντινή περίοδο «κλειστό» τύπο. Φέρει έναν σταυρό και ένα επίγραφο φωτοστέφανο. Ευλογεί και κρατεί κλειστό βιβλίο πάνω στο στήθος. Η μορφή του είναι ήρεμη και σοβαρή. Φορά πορφυρό χιτώνα με χρυσή παρυφή και βαθυγάλανο ιμάτιο με χρυσή επίσης παρυφή. Από τεχνοτροπικής άποψης, η παράσταση μοιάζει με αυτή της Ρωσικής Εκκλησίας των Αθηνών, διαφοροποιείται όμως στη χρωματική σύνθεση και στην έκφραση.

Στην επόμενη ζώνη, στο τύμπανο του τρούλου, απεικονίζονται οι Μωυσής, Αβακούμ, Σαμουήλ, Αβραάμ, Ησαϊας, Δανιήλ, Ιερεμίας, Ιεζεκιήλ, Ηλίας, Νεεμίας, Σολομών, Ελισαίος καθώς και ο προπάτωρ Αδάμ. Οι μορφές αυτές αποδίδονται ολόσωμες και υπερμεγέθεις (περίπου 2,50 μ.), φορούν τις καθιερωμένες ενδυμασίες τους από την παλαιά βυζαντινή παράδοση και κρατούν λειτουργικά άλλα αντικείμενα σχετιζόμενα με τις βιβλικές προεικονίσεις της Θεοτόκου. Πρόκειται, από εικονογραφικής και τεχνοτροπικής άποψης, για παρόμοιες μορφές με εκείνες της Ρωσικής Εκκλησίας των Αθηνών.

Στα σφαιρικά τρίγωνα τοποθετούνται οι τέσσερις Ευαγγελιστές. Οι μορφές απεικονίζονται σε χρυσό βάθος, διακρίνονται καθισμένες και περιβαλλόμενες από νέφη, ενώ οι μπαρόκ στάσεις και κινήσεις τους προσδίδουν σε αυτές μνημειακό χαρακτήρα. Έτσι, στο Β.Α. σφαιρικό τρίγωνο τοποθετείται ο ευαγγελιστής Ματθαίος, φορά γκρι – γαλάζιο χιτώνα και βαθυπράσινο ιμάτιο. Στρέφει το βλέμμα προς τα πάνω και κρατά με το αριστερό χέρι ανοιχτό βιβλίο, το οποίον στηρίζει στους μηρούς, ενώ με το δεξί κρατά τη γραφίδα. Δεξιά του και σε προτομή προβάλλει το σύμβολό του, ο άγγελος, ο οποίος φορά ρόδινα ενδύματα και τα φτερά του είναι πολύχρωμα.

Στο Ν.Α. σφαιρικό τρίγωνο εικονογραφείται ομοίως ο ευαγγελιστής Ιωάννης. Φορά βαθυπράσινο ιμάτιο και βυσσινί χιτώνα. Στο αριστερό του χέρι κρατά ανοιχτό ειλητάριο και στο δεξί γραφίδα, με την οποία ετοιμάζεται να γράψει. Αριστερά διακρίνεται το σύμβολό του, ο αετός. Στο Β.Δ. σφαιρικό τρίγωνο απεικονίζεται ο ευαγγελιστής Μάρκος. Φορά πράσινο χιτώνα με διακοσμημένη την παρυφή του και κόκκινο ιμάτιο. Κρατά ανοικτό ειλητάριο και γράφει προσηλωμένος, το ευαγγέλιό του. Δεξιά τοποθετείται το σύμβολό του, ο πτερωτός λέων. Στο ΒΔ σφαιρικό τρίγωνο εικονίζεται ο ευαγγελιστής Λουκάς. Φορά κίτρινο με διακοσμημένη την παρυφή του χιτώνα και πράσινο ιμάτιο. Κρατά με το αριστερό χέρι ξύλινη δέλτο και με το δεξί τη γραφίδα. Αριστερά υπάρχει το σύμβολό του, ο ταύρος.

Στη βάση του τρούλου διακρίνονται δύο επιγραφές: στο νότιο μέρος «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΡΘΕΝΗΣ ΕΠΟΙΗΣΕΝ ΕΤΕΙ 1907» και στο βόρειο «Ο ΤΡΟΥΛΟΣ ΕΚΟΜΗΣΘΗ ΔΑΠΑΝΑΙΣ Γ.ΜΙΧΑΗΛ ΕΝ ΕΤΕΙ 1907». Οι υπόλοιπες επιφάνειες καλύπτονται από διακοσμητικά θέματα, φυτικό διάκοσμο και άστρα σε βαθυγάλανο βάθος. Παλαιότερα υπήρχαν επιγραφές με βιβλικά χωρία, οι οποίες περικλείονταν σε πλαίσια, όπως και στους παλαιότερους ναούς των Αθηνών (Αγία Ειρήνη, Άγιος Γεώργιος Καρύτσης).

Φορητές εικόνες και ξυλόγλυπτα

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι δεσποτικές εικόνες του κτιστού τέμπλου του ναού. Στο δεξιό μέρος τοποθετείται, ως συνήθως, η εικόνα του Χριστού (1,50 x 0,75 μ.). Ο Κύριος απεικονίζεται καθήμενος επί επιβλητικού μαρμάρινου θρόνου να ευλογεί. Η εικόνα φιλοτεχνήθηκε κατά το έτος 1907 και είναι πιθανότατα και αυτή έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη.

Ο άμβωνας ευρίσκεται στο βόρειο πέσσο του ναού. Ο εξώστης του είναι οκταγωνικός, διακοσμείται από δύο σειρές τριών επαλλήλων ζωνών, οι οποίες περικλείουν ελισσόμενους βλαστούς και φυτά. Η κωνοειδής απόληξη του εξώστη υποβαστάζεται από έναν δικέφαλο αετό, με ανεπτυγμένα φτερά. Ανάμεσα στις δύο αυτές σειρές τοποθετούνται πέντε εικονίδια, τα οποία παριστάνουν τους τέσσερις Ευαγγελιστές να έχουν στο κέντρο τον Χριστό, διαστάσεων 0,60 x 0,40 μ. Η επιγραφή Κ.Π. δηλώνει προφανέστατα ότι οι εικόνες είναι έργα του μεγάλου ζωγράφου Κωνσταντίνου Παρθένη.

Στο μεγαλοπρεπή ξυλόγλυπτο δεσποτικό θρόνο παρατηρούνται μπαρόκ και νεοκλασικά στοιχεία, τα οποία τον εντάσσουν σε μια περισσότερο ακαδημαϊκή εξέλιξη παρόμοιων μπαρόκ θρόνων της εποχής της Τουρκοκρατίας στα νησιά των Κυκλάδων. Φέρει εικόνα με την απεικόνιση του Χριστού, διαστάσεων 1,00 χ 0,80 μ., στον τύπο του Μεγάλου Αρχιερέως. Στο κάτω μέρος της εικόνας υπάρχει η εξής επιγραφή: Δαπάνη Γ.Μιχαήλ / Κ. Παρθένης 1907.

Η σχέση του Κ. Παρθένη με τον Πόρο

Προκύπτει όμως το ζήτημα της σχέσεως του ζωγράφου Κωνσταντίνου Παρθένη με τον Πόρο, αλλά και της σχέσης του με τον χορηγό του όλου έργου, Γεώργιο Μιχαήλ, ενός άξιου τέκνου του Πόρου, ο οποίος συνεχίζοντας τη μακρά παράδοση του τόπου μας αφιέρωσε όλη την περιουσία του για τον εξωραϊσμό της ιδιαίτερης πατρίδας του και ειδικότερα για την ανοικοδόμηση και τον καλλωπισμό των ναών της. Ο Γ. Μιχαήλ ήταν εμποροπλοίαρχος και έζησε το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του στο Σουέζ. Το έτος 1904 ο Γεώργιος Μιχαήλ με επιστολή του προς τον Δήμαρχο Πόρου Β. Ζαχαριάδη προσέφερε ποσόν 50.000 δραχμών, προκειμένου να οικοδομηθεί ο δεύτερος δημοτικός ενοριακός ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος.

Για την αγιογράφηση του ναού απαιτείται η έγκριση του αρμοδίου μηχανικού του Δήμου και η σχετικά απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου. Δεν έχει βρεθεί όμως σχετική απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου. Έτσι, μπορεί να υποθέσει κανείς ότι ο οικονομικώς εύρωστος Γ. Μιχαήλ κινήθηκε αυτοβούλως και απευθύνθηκε στον Κ. Παρθένη, ο οποίος υπήρξε παραθεριστής στον Πόρο. Ο Κ. Παρθένης εργάσθηκε στο ναό του Αγίου Γεωργίου από τον Μάρτιο έως τον Οκτώβριο του έτους 1907. Ως πρότυπα χρησιμοποίησε τις αντίστοιχες παραστάσεις των ναών Μονής Δαφνίου και Ρωσικού (Σωτήρα Λυκοδήμου) της Αθήνας.